TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Η Γραμμένη Οξιά

 Η ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΟΞΙΑ
  Πεζός λόγος: Τάκης Ευθυμίου
                                                    Ποιητικός λόγος: Γιάννης Σαντάρμης


Στην ορεινή Φθιώτιδα, στα σύνορα με τη Ναυπακτία, υπάρχει τοποθεσία και χωριό με την ονομασία Γραμμένη Οξιά (Σιτίστα). Η ονομασία αυτή, σύμφωνα με την άποψη του Αρτοτινού λαογράφου Δημήτρη Λουκόπουλου, οφείλεται στην παρακάτω παράδοση.
       «Μια σημαδιακή οξιά, στην άκρη από τα σιτιστιανά βουνίσια λιβάδια, ως σήμερα, νοματίζεται  Γραμμένη Οξιά και αναδίδει ηρωικό θρύλο και λάμψη. Κοντά της λημέριαζε κάποιο καλοκαίρι ο περίφημος κλέφτης με τα παλικάρια του και γκιζερούσε τους μαραζιάρικους απ’ τη σκλαβιά θεσσαλικούς κάμπους και του γερο-Όλυμπου την ξέμακρη στην καταχνιά της χωμένη σιλουέτα.  Ξάφνου, δυνατός άνεμος, όχι ασυνήθιστος στην ξεμέιντανη κείνη ράχη, σηκώνεται και γίνεται ανεμοστρόφιλος, πρωτόφαντος και πρωτάκουστος. Σηκώνει κοτρόνια και τα πετάει, σαν κανονιού μπόμπες, πέρα… μακριά, ξεριζώνει αδύνατες οξιές και τις ρίχνει, σαν καλαμποκιές, στο χωράφι. Σηκώνει και τους ανθρώπους, σαν βότσαλα, και τους πετάει μακριά και τους σκοτώνει. Χαλασμός κόσμου απρόσμενος. Ο Τσαμ Καλόγερος κι όσοι απ’ τους συντρόφους του πρόφτασαν να σιμώσουν και ν’ αγκαλιάσουν τη γραμμένη, κατόπιν, ακλόνητη οξιά, γλίτωσαν. Έναν τον πέταξε το θεριακό κάπου βαθιά στο λόγγο και τον διχάλωσε στα κλωνάρια της γέρικης οξιάς κι έγινε κομμάτια, την άλλη άνοιξη τον βρήκαν πεθαμένο και τον έθαψαν. Άλλος, που πήρε ο ανεμοστρόφιλας και τον στροβίλιζε, σαν φύλλο, ράχη-ράχη, έπεσε πολύ μακριά κι έγινε κομμάτια.
Πέρασε το θεριακό κι η ιστορία έπρεπε να πάρει το λόγο. Ο Τσαμ Καλόγερος, δοξάζοντας το Θεό για το σωμό τους, βγάζει απ’ το σελάχι το μαχαίρι και ξεφλουδίζει λίγο της σώτειρας οξιάς τον κορμό και χαράζει με βαθιά γράμματα τ’ όνομά του και τη μερομηνία. Η φλούδα και πάλι σκέπασε το ξεφλουδισμένο μέρος, μα η οξιά από τότε κι ως σήμερα έχει το όνομα Γραμμένη Οξιά. Και Γραμμένη Οξιά μετονόμασαν τη Σιτίστα, τα τελευταία χρόνια κι έτσι τη γράφουν στα χαρτιά».
       Μια παραλλαγή, σχετική με την ονομασία Γραμμένη Οξιά, αναφέρει και ο συγγραφέας Κώστας Σφυρής.
       «…Οι αρματολοί και οι κλέφτες, διερχόμενοι και εν καιρώ χειμώνος την χιονισμένη Οξιά, όπου το παχύ στρώμα του χιονιού έφθανε ως τα κλαδιά των πανύψηλων δέντρων της οξιάς, έγραφαν με τα σπαθιά επάνω στους λείους φλοιούς των δέντρων αυτών τα ονόματά των και άλλα εθνικά συνθήματα. Όταν το χιόνι έλειωνε, τα γράμματα εφαίνοντο ψηλά εκεί, όπου δεν ήτο δυνατόν να φθάσει εύκολα και να γράψει κανείς χωρίς το χιόνι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συν τω χρόνω, πολλές οξιές ευρέθησαν γραμμένες, σαν βιβλία. Από το γεγονός αυτό, το διάσελο εκείνο του βουνού με τις γραμμένες οξιές, πήρε το όνομα Γραμμένη Οξιά. Η τοποθεσία αυτή χάρισε κατόπιν το ίδιο όνομα και στο χωριό, διότι προηγουμένως ελέγετο Σιτίστα… Το βέβαιο είναι πως το σημερινό όνομα του χωριού το εχάρισε το σπαθί των κλεφτών…».


Η ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΟΞΙΑ

                     Τρέμουν οι πόρτες οι βαριές, τρέμουν τα παραπόρτια,
                     δεξιά οι πόρτες τρέμουνε, ζερβά οι πορτοπούλες
                     και μέσα και παράμεσα τα πορτοπαραθύρια,
                     γιατί τα δέρνει ένας βοριάς, ένας ντελής αγέρας
                     κι ένας ανεμοστρόφιλας τα κρούει και βαριοτρέμουν,
                     περνάει και φέρνει ταραχή και κουρνιαχτό σηκώνει.
                     Βαρυγκωμάνε τα χωριά, σκανιάζουν τα μεϊντάνια,
                     κλαίει κι η Σιτίστα, χλίβεται, παρηγοριά δεν έχει,
                     με το βοριά όλοι πιάνονται, με τον αγέρα τα ’χουν
                     κι αυτή τον Τσαμ Καλόγερο πικρά τον μελετάει.
                     -Τι έπαθες, καπετάνιο μου, πήρε ο Θεός το νου σου;
                     Σιτίστα εμέ με βάφτισαν, με νοματάν Σιτίστα
                     και τώρα εσύ βουλήθηκες ν’ αλλάξεις τ’ όνομά μου
                     και δε ρωτάς εμένανε αν θέλω, αν δε θέλω.
                     -Με συμπαθάς, Σιτίστα μου, αν σου ’δωσα φαρμάκι
                     κι εγώ Σιτίστα σε λαλώ, Σιτίστα εγώ σε κρένω,
                     εγώ δεν ξέρω γράμματα τα ονόματα ν’ αλλάζω,
                     δυο, τρεις αγκούτσες έμαθα να γράφω τ’ όνομά μου,
                     σ’ εσένανε δεν έρχομαι, να στρεχιαστώ δε φτάνω.
                     -Το ’χεις κρυφό κι αντίκρυφο, διάβης και δεν το κρένεις.
                     -Αν μ’ είδανε, τι το φυλάν, ας έρθουν να το πούνε.
                     -Εψές αγέρας φύσηξε και κουρνιαχτός σηκώθη.
                     Πώς να σε ιδουν με κουρνιαχτό και πλίχουρα κι αντάρα;
                     -Εγώ έχω μέρες να διαβώ και μήνες να περάσω
                     και χρόνια και παράχρονα στα σπίτια σου για να ’ρθω,
                     πρόπερσ’ ήμουν στη Λάρισα, πέρσ’ ήμουνα στο Βάλτο
                     και φέτο ξεχειμώνιασα στο έρμο το Ζητούνι
                     κι όπου κι αν πάω κι όπου σταθώ κι όπου κι αν γκιζερήσω,
                     μαζί μου πλάκα δε βαστώ, μηδέ κοντύλι σέρνω,
                     μονάχα το σπαθάκι μου στη ζώση κουβαλάω,
                     για να σκοτώνω τον εχθρό, να κόβω το ψωμί μου.
                     -Εδώ ένας λόγος έφτασε, μας ήρθε μια κουβέντα
                     κι είπαν πως δώθε διάβηκες, δώθε και παραδώθε.
                     -Ούτε σε στρούγκα στάθηκα, ούτε και σε κονάκι,
                     μόν’ βρέθηκα μες στην Οξιά, στο μέγα κλεφτοβούνι,
                     μ’ όλα τα παλικάρια μου και μ’ όλο μου τ’ ασκέρι,
                     κάτσαμε κάτου απ’ τις δροσιές
                     κι απ’ τους χοντρούς τους ίσκιους,
                     θ’ ακούσαν τα τσαρούχια μας στου λόγγου τα στουρνάρια,
                     σίντα τα δρασκελίζαμε, κι ήρθαν και σου το είπαν.
                     -Αυτά δεν ήταν βρονταριές κι από τσαρούχια αχούρα.
                     -Σπίθες θα ’ταν, που βγάνουνε στις πέτρες τα τσαρούχια.
                     -Άστραψε, είπαν, στις οξιές το φοβερό σπαθί σου,
                     γυμνό άστραψε και ξέγυμνο και ξεφηκαρωμένο.
                     -Σαν πήρε ο ανεμοστρόβιλος, τ’ άγριο το μοχλοβόρι,
                     σκιάχτηκε ακέριος μου ο ταϊφάς, τα παλικάρια μου όλα,
                     του ενός τη σκούφια άρπαξε, του άλλου το γιλέκι,
                     άλλον κλέφτη τον σήκωσε, σαν άχερο αλάργα,
                     τον βρόντησεν άλλον καταγή, χάθη άλλος από μπρος μου
                     κι εγώ αγκαλιάζω μιαν οξιά και γλίτωσα ο καημένος
                     και το κακό σαν πέρασε, στη φλούδα της απάνω,
                     ξεσέρνω το σπαθάκι μου και κάθομαι και γράφω.
                     -Θέλω να πεις τι έγραψες, για να λογαριαστούμε
                     κι ας λες δεν ξέρεις γράμματα, δεν έπιασες κοντύλι
                     κι αν είσαι φίλος, κάθισε, αν είσαι εχθρός, σκαπέτα
                     κι αν λάχει αλήθεια μολογάς, έλα να φιλιωθούμε,
                     έλα με τους λεβέντες σου και με την κλεφτουριά σου,
                     θα στρώσω τάβλα ολόχρυση, γυαλιά θα ’χω ασημένια,
                     θα σφάξω αλαφοζάρκαδα, παλιό κρασί θα βγάνω,
                     να φάμε αντάμα με χαρά, αντάμα όλοι να πιούμε,
                     αντάμα και τα κλέφτικα να πούμε τα τραγούδια.
                     -Τι άλλο εκεί να έκανα; Έγραψα τ’ όνομά μου,
                     να το διαβάζει ο ντουνιάς και να το μολογάει
                     και στη γραμμένη την οξιά να λέει πως είμαι ατός μου.
                     -Εδώ παιδιά δεν ήρθανε, δε φέραν συχαρίκια,
                     να πουν πως άλλαξα όνομα και όνομ’ άλλο πήρα,
                     όνομα πήρ’ απ’ την κλεφτιά κι απ’ τους καπεταναίους.
                     Οξιά, Γραμμένη μου Οξιά, το μέγα τ’ όνομά σου,
                     το σιργιανάει ο άνεμος, το κουβαλάει ο αγέρας,
                     το πάει εδώ, το πάει εκεί στα κλέφτικα λημέρια,
                     το διαλαλεί μες στα βουνά, τ’ απλώνει μες στους κάμπους
                     και στα χωριά το σκόρπισε και το ’μαθεν ο κόσμος.
                           
Γλωσσάρι
αγκούτσα, η= μακρύ ποιμενικό ραβδί με γυρισμένη λαβή, κακοφτιαγένη μακρουλή γραφή.
ανεμοστρόφιλας, ο= ανεμοστρόβιλος.
αλετροσταβάρι, το= μεγάλο ξύλινο εξάρτημα του αλετριού, που η μια του άκρη είναι στο ζυγό και στην άλλη είναι προσαρμοσμένο το υνί.
ατός, ο= εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου, μόνος.
Βάλτος, ο= επαρχία της Αιτωλοακαρνανίας, που κατά την τουρκοκρατία αποτελούσε ονομαστό αρματολίκι.
βερβέρα, η= σκίουρος.
βουκέντρα, η= γεωργικό εργαλείο, με σιδερένια μύτη μπρος (κεντρί ή κέντης), που κεντρίζονται τα βόδια και μεταλλική ξύστρα (αξάλη) πίσω, για να καθαρίζεται απ’ τις λάσπες, το υνί του αλετριού.
γκιζερώ= γυρίζω εδώ κι εκεί, περιφέρομαι.
γυαλί, το= ποτήρι γυάλινο.
δρασκελώ= πηδώ κάτι μ’ ανοικτά σκέλη, περπατώ.
Ζητούνι, το= η Λαμία.
ζώση, η= ζώνη της μέσης του ανθρώπου, σελάχι, σελαχλίκι, κεμέρι.
κουρνιαχτός, ο= η σκόνη του δρόμου, πλίχουρας.
κρούω= αγγίζω, πιάνω, ακουμπώ.
μεϊντάνι, το= ανοικτός τόπος, πλατεία, γελέκο.
μοχλοβόρι, το= ομίχλη και άνεμος μαζί, ομιχλοβόρι.
ντελής, ο= τρελός.
ξεφηκαρωμένο, το= αυτό που είναι έξω απ’ τη θήκη.
Οξιά, η= βουνό στο γεωγραφικό χώρο της Αιτωλοακαρνανίας, της Φωκίδας και της Φθιώ-τιδας, με ύψος 1926 μέτρα.
πορτοπούλα, η= μικρή πόρτα, χαμηλότερη του αναστήματος του ανθρώπου, στο βορινό τοίχο του σπιτιού, που σπάνια ανοίγει.
πάχνα, η= πρωινή δροσιά.
ρούγα, η= πλατεία, δρόμος.
σίντας, σύνδ.= όταν, άμα.
σιεργιανώ=κάνω περίπατο, βολτάρω.
Σιτίστα, η= ορεινό χωριό της Ναυπακτίας, στα σύνορα της δυτικής Φθιώτιδας, τώρα ονομάζεται Γραμμένη Οξιά.
σκανιάζω= λυπάμαι, στενοχωριέμαι.
σκαπετώ= αναχωρώ γρήγορα, εξαφανίζομαι τρέχοντας, φεύγω.
στρεχιάζομαι= στεγάζομαι (στρέχα, η= γείσο στέγης σπιτιού).
συχαρίκια, τα= αναγγελία ευχάριστης είδησης, φιλοδώρημα.
ταϊφάς, ο= το σώμα ανδρών ενός οπλαρχηγού, ακολουθία, μπουλούκι.
φιλιώνω= συμφιλιώνω, μονοιάζω.
χλίβομαι= θλίβομαι, στενοχωριέμαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: