TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Ο Άη-Γιώργης απ' τα Γιάννενα

Ο ΑΗ-ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΠ’ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
του Σαντάρμη Αν. Γιάννη
Οι κλέφτες κι οι αρματωλοί φοράνε κλεφτοσκούτια,
φοράν τα φοβερά σπαθιά, τα βροντερά τ' αρμούτια
κι ο Αη-Γιώργης απ' τα Γιάννενα τ' αντροπαλικαράτα
                                              φοράει κι αυτός αρμάτα.

Τ’ απέριττο γελέκι του λίγα ξομπλιάζουν στόλια,
η φουστανέλα του απλοϊκά κι αυτή Βαστάει λαγγιόλια,
έχει τσουράπια μάλλινα, τσαρούχια έχει με φούντα,
                                               κάπα παχιά και ρούντα.

Στο στήθος του κρεμάμενα Βροντάνε ανάρια - ανάρια,
το γκόλφια και τα χαϊμαλιά και τ' άγια φυλαχτάρια,
πιότερο η αγγελόμοιαστη φεγγοβολά η θωριά του,
                                          
                                            παρά η αρματωσιά του.

Καθώς σε κάθε αρματωλό, καθώς σε κάθε κλέφτη,
στέκονται τα μουστάκια του, κανένα δεν του πέφτει,
από δεξιά κι από ζερβά, τα δυο του τα μουστάκια,
 
                                     σαν κλώνια από ρουπάκια.

Στον ώμο του όμως δεν κρατεί τουφέκι κρεμασμένο
κι αντί πάλα στο χέρι του σταυρό έχει χρυσωμένο,
που αχτίδες χύνει στις καρδιές, αστραφτερές αχτίδες,
                                         της πίστης που ‘ναι ελπίδες.

Οι κλέφτες σβηούν για λευτεριά, σβήνουν και για πατρίδα,
τις φουστανέλες βάφουνε μ' αιμάτινη ρανίδα,
μα ο Αη-Γιώργης για την πίστη του να πορφυρώσει πάει
                                                           τα ρούχα στο σαράι.

Πασάς το νιο ρωτά απ' τη μια, βεζύρης απ' την άλλη.
-Εσύ ο Τούρκος, μπίρο μου, πώς κλέφτικα έχεις βάλει;
-Δεν είμαι Τούρκος, μα Γραικός.
                                               -Και χριστιανός μην είσαι
                                               κι ο κόσμος πώς λαλεί σε;

-Γιώργο, με λένε οι χριστιανοί, Γιώργο ο ντουνιάς λαλεί με
κι είμαι ακόμα και χριστιανός και χριστιανός θα είμαι,
να ιδείτε ότι είμαι χριστιανός, το χέρι σκώνω απάνω
                                             και το σταυρό μου κάνω.

Το λέει η φουστανέλα μου, το δείχνουν τα πισλιά μου,
το μαρτυράν στον κόρφο μου τ' άγια τα φυλαχτά μου,
το φανερώνει στην κορφή της σκούφιας, σαν πετράδι,
                                                        χριστιανικό σημάδι.

-Βαρύ ‘ναι αυτό, άμα δε γενείς καθώς οι Τούρκοι οι άλλοι,
θα χαλαστείς σαν το σφαχτό, θα χάσεις το κεφάλι,
πέσε, προσκυνά τον Αλλάχ, προσκυνά το δοβλέτι,
                                               πολλά να ζήσεις έτη.

-Την πίστη δεν αλλάζω εγώ, η πίστη μου άσβηστο άστρο.
-Μες στην κρεμάλα θα βρεθείς που κρέμεται στο κάστρο.
-Το μολογάω χίλιες βολές κι άλλες μύριες το κράζω,
                                          
                                                την πίστη δεν αλλάζω.

- Άζαπος είσαι χριστιανός, αγύριστος Γκιαούρης·
να ιδούμε αυτά που διαλαλείς σε λίγο θα τα σούρεις,
σαν μπει ο λαιμός σου στη θηλιά;
                                             
                                               -Για μένα αν έτσι ορίστη,
                                                   χτυπάτε για την πίστη.

Κρέμεται ο Αη -Γιώργης στο σχοινί, στο καστροπόρτι απ' όξω,
μα τη νυχτιά απ' τον ουρανό φωτόχυτο ένα τόξο
κυκλώνει το κεφάλι του, κρυφά οι πιστοί το βράδυ
                                               
                                                σιμά του πάνε ομάδι.

Άλλοι φιλούν τα πόδια του, τον δακρυοβρέχουν άλλοι,
άλλοι μπροστά του γονατούν με ταπεινό κεφάλι,
κάποιοι απ' τις τσαρουχόφουντες κάτι ζητάν και κάποιοι                    
                                                    μαδούν τό 'να τσουράπι.

-Άγιε-Γιώργη μας, στείλε μας την άγια σου τη χάρη,
Βαθιά μας να την έχουμε κι εμείς σα φυλαχτάρι,
να κουβαλούμε το σταυρό, καθώς εσύ, στον ώμο,
     μες στης ζωής το δρόμο.

Γλωσσάρι
άζαπος, ο = ακατεύναστος, ατιθάσευτος αδάμαστος.
Άη-Γιώργης= ο Νεομάριυρας Άγιος Γεώργιος απ' τα Γιάννενα γεννήθηκε το 1808 στην κωμόπολη Τεουρχλή της επαρ­χίας Γρεβενών των Ιωαννίνων από φτωχούς, αλλ’ ευλα­βείς γονείς, από τους οποίους ορφάνεψε πολύ νωρίς. Σε ηλικία 13 χρόνων έγινε ιπποκόμος στον Τούρκο Χατζή Αμπτουλλάχ, ο οποίος όταν προβιβάστηκε πασάς, δηλα­δή στρατηγός, προήγαγε και το Γεώργιο σε γενικό οικονόμο του σαραγιού του, θέση υψηλή και τιμητική. Οι Τούρκοι νόμιζαν το Γεώργιο Τουρκαλβανό και τον έλε­γαν Γκιαούρ Χασάν, αλλ’ αυτός ήταν γνήσιος χριστιανός Έλληνας. Το 1836 αρραβωνιάστηκε μια χριστιανή νέα, ονόματι Ελένη, και τότε επίσημοι και μη Τούρκοι τον συ­κοφάντησαν ότι, ενώ είναι Τούρκος, θέλει να παντρευθεί χριστιανή γυναίκα. Γι' αυτό το λόγο τον έστειλαν στον Τούρκο Κατή, στον οποίο θαρραλέα ο Γεώργιος δήλω­σε. "Χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός είμαι και χριστιανός θα πεθάνω". Παντρεύθηκε την Ελένη και απέκτησε έναν γιο και αφοσιώθηκε πλέον στην οικογέ­νεια του, απέχοντας από εκδουλεύσεις σε Τούρκους αξιωματούχους. Οι Τούρκοι, ωστόσο, πάντα υπέβλεπαν τον ευλογημένο Γεώργιο και μια μέρα που αυτός βγήκε από το σπίτι του, ντυμένος με τη φουστανέλα, το γιλέκο, το φέσι, που είχε το διακριτικό σημάδι του χριστιανού, φτιαγμένο από τη γυναίκα του, τα τσουράπια και τα φου­ντωτά τσαρούχια, για την αγορά για καμιά εργασία, συ­ναντήθηκε με τον τρισκατάρατο Χότζια, που τον συλλαμ­βάνει και τον παραπέμπει στον Νταούντ πασά κι από εκεί, τελικό, οδηγείται στον κακό Μακχεμέν, που του εί­πε ή να τουρκέψει ή να θανατωθεί κι ο Άγιος του αποκρίθηκε ατάραχος, σα γνήσιος πιστός του Χρίστου, να κάνει ό,τι θέλει κι ότι την πίστη του δεν την αλλάζει κι ας χαλασθεί. Τον έριξαν τότε στη φυλακή του κάστρου των Ιωαννίνων και υστέρα από πολλά βασανιστήρια και τις γενναιόφρονες απορρίψεις στις νέες τουρκικές προτά­σεις να τουρκέψει, πήραν τον Άγιο Γεώργιο το Νέο πέ­ντε δήμιοι του δεσμευτηρίου και ξεκίνησαν να τον πάνε στον τόπο του μαρτυρίου, στο Κουρμανιό, κοντά στο κά­στρο. "Θαύμα μέγα ήταν", γράφει ο βιογράφος του, "εις τους ορώντας τον Άγιον, διότι έτρεχε με τόσην προθυμίαν πλησίον εις τους δημίους και τόσην αγαλλίασιν, ώστε εφαίνετο ότι περιπατά εις τον αέρα. Και το πρόσωπον του εφαίνετο φαιδρόν και χαριέστατον από την χαράν της ψυχής του".
    Τον οδήγησαν, στις 17 Ιανουαρίου 1838, το πρωί, στη δυτική είσοδο του φρουρίου των Ιωαννίνων, όπου υπάρχει εντοιχισμένο εικόνισμα προς τιμή του, και τον κρέμασαν. Το άγιο λείψανο αφέθηκε τρία ημερόνυχτα κρεμασμένο, ώστε να τρομοκρατηθούν οι χριστιανοί. Κάθε βράδυ οι φυλακές Τούρκοι έβλεπαν φως ουράνιο που κατέβαινε στο ιερό λείψανο. Πριν ακόμα ξεκρεμασθεί ο γενναίος του Χριστού Μάρτυρας απ' την αγχόνη, οι πιστοί πήγαιναν το βράδυ κρυφά, επειδή πίστεψαν ότι άγιασε η ψυχή του και πως μπορούσε να θαυματουργήσει και αποσπούσαν κομμάτια απ' τις κάλτσες του, μια δε Τουρκάλα πήγε κι αυτή με ευλάβεια και άρπαξε το ένα τσουράπι από το πόδι του και θεραπεύτηκε αμέσως μια άρρωστη στην οποία το έδωσε.
    Γι' αυτό ο Άγιος Γεώργιος ο φουστανελάς εικονίζεται με μια μόνο κάλτσα. Οι χριστιανοί ξεκρέμασαν το άγιο σώμα του Αγίου Γεωργίου, που ήταν ακόμα ζεστό, παρά το    γενναριάτικο    κρύο,    και    το    μετέφεραν   Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου των Ιωαννίνων, ενταφιάζοντας το με ψαλμούς και μεγαλοπρέπεια στο αριστερό μέρος της εκκλησίας, κοντά στην Πύλη του Αγίου Βήματος.
     Ένα χρόνο μετά το μαρτύριο του, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, κι αυτό είναι πρωτοφανές, λόγω των πολλών θαυμάτων του, ανακήρυξε το Γεώργιο Άγιο.
άρματα, η= αντικείμενο εξοπλισμού, φορεσιά, στολίδι.
αρμούτι, το= τουφέκι.
γκόλφι, το = φυλαχτό, εγκόλπιο.
δοβλέτι, το= κράτος, κυβέρνηση,
λαγγιόλι, το= η κάθε δίπλα της φουστανέλας, το λοξό φύλλο της σεγκούνας ή της φούστας, πτυχή, λόξα, τσάκιση, πίστρα, σούφρα, πλισιές, σούρα, πιαστάκι.
μπίρο, προσφ.= αγαπητέ, γιε μου, παλικάρι.      
πάλα, η= κυρτό πλατύ σπαθί με ή χωρίς δόντια.
πισλί, το= γιλέκο ανδρικό.
ρούντα, η= το ζώο ή το ένδυμα που έχει λεπτό και πυκνό μαλλί, μαλλούσο.
ρουπάκι, το= είδος βελανιδιάς (χνοώδης δρυς) με ωραία μικρά, στενά φύλλα που έχουν ελαφρό χνούδι στο κάτω μέρος, ημερόδεντρο, ημεράδι, γρανίτσα.     
σαράι, το= ανάκτορο, παλάτι.
χαϊμαλί, το= αντικείμενο ιερό που φέρνει κανείς επάνω του με σκοπό να τον φυλάγει από κινδύνους, φυλαχτό, γκόλφι.




Δεν υπάρχουν σχόλια: