TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Νταβέλης το πιστό τσοπανόσκυλο

ΝΤΑΒΕΛΗΣ
το πιστό τσοπανόσκυλο
του Βασίλη Λαμνάτου από το έργο του:
«Έθιμα των Τσελιγκάδων»
[Σχετικά με την αφοσίωση του τσοπανόσκυλου προς το αφεντικό του και την αξιοσύνη του για το ρόλο που του ανατέθηκε να φυλάει το κοπάδι του, αξίζει να γνωρίσουμε μια αληθινή, συγκινητική ιστορία, που περιγράφει με γλαφυρό τρόπο, χειριζόμενος άριστα την τσοπάνικη ντοπιολαλιά, ο εξαίρετος, αείμνηστος ποιητής και λαογράφος Βασίλης Λαμνάτος, στο έργο του, «Έθιμα των Τσελιγκάδων».]

«…Κάποτε, ένας λύκος πήδησε μέσα σ’ ένα γιδομάντρι κι έφαγε ίσαμε δεκατρία γίδια. Θα ’κοβε κι άλλα, αλλά δεν πρόλαβε. Τον κατάλαβε και πήδησε μέσα το τσοπανόσκυλο. Για να ξεπηδήσει ο λύκος όξω, δεν μπόρεσε, γιατί τούτοι εδώ οι γιδαραίοι κάνουν τα μαντριά τους ψηλά, τα πλέκουν γερά με κλαριά και τους δίνουν λίγη κλίση προς τα μέσα, ώστε να είναι αδύνατο το πήδημα προς τα όξω.
Εκεί μέσα, πάλεψαν, γι’ αρκετή ώρα, τσοπανόσκυλο κι αγρίμι, ώσπου το γιδόσκυλο έπνιξε το λύκο, Επειδή όμως τον έβλεπε κι ανάσαινε λίγο ο λύκος, τι λες πώς έκανε το τσοπανόσκυλο αυτό; Τράβηξε με τα δόντια του τα πνιγμένα γίδια και τα ’ριξε πάνω του να τον σκάσει.
Κατάκοπο ύστερα και καταδαγκωμένο, όπως ήταν απ’ το λύκο, κοιμήθηκε κοντά στην πόρτα του μαντριού.
Το πρωί, όταν ήρθε ο γιδάρης, το τσοπανόσκυλο τον δέχτηκε κουνώντας την ουρά του. Φαινόταν πολύ κουρασμένο κι έδειχνε κάπως αδιάφορο μπροστά στην εικόνα αυτή. Ο τσοπάνης, μπροστά σ’ αυτό το κακό, που βρήκε στο γιδομάντρι, στενοχωρέθηκε τόσο που τα ‘χασε κι απάνω στο χαμό του, έβγαλε την κουμπούρα του απ’ το σελάχι και την άδειασε πάνω στο κατακουρασμένο κορμί του σκυλιού του. Ύστερα, άρχισε να τραβάει τα φαγωμένα γίδια ένα-ένα και να τα βγάζει όξω απ’ το μαντρί.
Όταν πήρε μερικά και χαμήλωσε ο σωρός, τι να ιδεί, ο λύκος πνιγμένος, κάτω απ’ τα φαγωμένα γίδια… Μόλις αντίκρισε το λύκο, άρχισε να φωνάζει. -Πιστό μου σκυλί. Νταβέλη μου! Τότε κατάλαβε τι κακό έκανε στο ρωμαλέο του τσοπανόσκυλο. Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος. Και τώρα δεν έκλαιγε πια όπως και πριν για τα δεκατρία φαγωμένα ζωντανά του, μούγκριζε, σαν αληθινό θεριό, κι έκλαιγε για τον αδικοσκοτωμένο φύλακά του. Φώναζε, έβγαζε τα μαλλιά του, χτύπαγε το βαρύ του κεφάλι στις φούρκες της γιδοκαλύβας, δερνόταν μόνος του κι έκανε άσκοπες κινήσεις. Σάλεψε, τέλος, το μυαλό του κι άρχισε να χτυπάει τα φοβισμένα γίδια του με την γκλίτσα. Του κάκου! Το αγαπημένο του τσοπανόσκυλο τον είχε εγκαταλείψει για πάντα κι άφησε στη θέση του μια τύψη περίτρανη, που κάθε τόσο σκάλιζε τη σκέψη τού τσοπάνη κι έμπηχνε στην καρδιά του αλύπητα φαρμακερά μαχαίρια. Πώς να λησμονήσει τέτοια κακιά ώρα; Πώς να ξεχάσει το ηρωικό του σκυλί; Πώς; Να, λοιπόν, τι θα ειπεί τσοπανόσκυλο. Θα ειπεί κάτι πιο πάνω κι από αληθινό πραματολόο. Θα ειπεί πίστη και θυσία μαζί».

Δεν υπάρχουν σχόλια: