TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Η γενιά των "μπομποτοφάγων"

Η γενιά των «μπομποτοφάγων»
(του Χρήστου Ι. Στεφανή)
 
Αγιωργίτες & Πυργιώτες συγκροτούσαν, το μήνα θεριστή, ομάδες εργατών και με την μηχανοκίνητη πατόζα αλώνιζαν τα σιτηρά  που κάρπιζαν στα ψωμοτόπια της γενέτειρας


«Χωρίς ψωμί πεθαίνει κι η ψυχή,
σάρκα κι αυτή σα να ΄ταν…»
                               Ν. Καζαντζάκης
Στα χρόνια μας, όταν ήμασταν σχολιαρούδια, στα τέλη της δεκαετίας του '50 δεν χορταίναμε το ψωμί. Και για να κυριολεκτώ, δεν χορταίναμε τη μπομπότα, αφού το σταρίσιο, το καθάριο, και ήταν πραγματικά καθάριο κείνο το αλεύρι, γιατί δεν είχε βελτιωτικά, τις προσμίξεις και τις νοθείες, που έχει το σημερινό "πλαστικό" ψωμί. Μόνο που κείνη την εποχή στο χωριό, λίγοι είχαν τη δυνατότητα να φαν σταρένιο ψωμί και κείνοι όχι κάθε μέρα. Όλοι οι άλλοι ήταν «μπομποτοφάγοι». Ας όψονται τα άγονα χωραφάκια (τα «ριγανοχώραφα»), στον «Τύμπανο», στο «Καραούλ'», στο «Μαυροκούτσουρο» και σε πολλά άλλα μέρη, αλλά και οι πολυμελείς φαμίλιες στο κάθε σπίτι. 

Θυμάμαι στα μέσα του χειμώνα, οι πολυφαμελίτες τρέχαν με τα φουρτιάρκα τους στην αποθήκη του Δημοσίου στη Μακρακώμη να προμηθευτούν λίγο στάρι, όσο τους επέτρεπαν οι πενιχρές οικονομίες τους. Εμείς βέβαια οι «μπομποτοφάγοι» το προσφαΐζαμε το σταρένιο ψωμί, αφού το τρώγαμε στις γιορτές και κάποτε για προσφάι. Τη μπομπότα τη βαρεθήκαμε και δε θέλαμε να τη φάμε, ούτε να τη βλέπουμε, μα έλα που η «π’τιά» μας ήταν από μπομπότα και με το σταρένιο ψωμί δεν είχαμε πολλές σχέσεις και γνωριμίες. Θέλαμε δε θέλαμε σ' αυτή ξεπέφταμε και χορταίναμε την πείνα μας. Ακόμα και σε άλλους μετασχηματισμούς της που σκαρφίστηκε η Ρουμελιώτικη κουζίνα. 
Όπως τη «ζυμαρόπτα» ή «μαμαλίγκα» τη «μπαμπανέτσα», το «κατσαμάκ'» αλλά και το «καλαμποκούκ'» που ήταν ο πρόχειρος άρτος σε κάθε έλλειψη ψωμιού. Δε νομίζω να υπάρχει συγχωριανός μας ή ορεινός Ρουμελιώτης, μιας κάποιας περασμένης ηλικίας, που να μην έχει γευθεί το «καλαμποκούκ'», αφού ήταν σπεσιαλιτέ της Ρούμελης και το πιο πρόχειρο ψωμί. 
Θυμάμαι την αείμνηστη μάνα μου, κατάκοπη από την κούραση της ημέρας, μόλις το βράδυ επιστρέφαμε στο σπίτι απ' το όργωμα ή το θέρο ή από άλλη δύσκολη δουλειά με έστελνε, σαν μεγαλύτερο απ' τ' άλλα αδέλφια μου, να φέρω κλάρες και ν' ανάψω τη φωτιά και αυτή αμέσως, σε μηδέν χρόνο θα έλεγα, ανακάτωνε το καλαμποκάλευρο με το νερό με μια ξύλινη κουτάλα ώσπου γινόταν ζύμη, το έπλαθε λίγο από πάνω, το στρογγυλοποιούσε και έπειτα άζυμο όπως ήταν, το είχε έτοιμο για τη φωτιά, την οποία είχα ήδη εγώ ανάψει. Μετά σάρωνε καλά την παραστιά, έβαζε φύλλα από «κουτσ’πιά» ή από «καραμπολάχανο», από πάνω και από κάτω νια να μην κολλάει στάχτη και να μην καίγεται, το σκέπαζε το «καλαμποκούκ'» με στάχτη και θράκα για να πιάσει κρούστα από πάνω και σε ένα τεταρτάκι, το πολύ μισή ώρα ήταν έτοιμο. Μετά αφού το ξέχωνε απ' τη στάχτη, το σκούπιζε να φύγουν τυχόν απομεινάρια στάχτης, το 'βαζε στο τραπεζάκι απάνω και ζεστό όπως ήταν με τυρί απ' το «τ’λούμ’», τρώγαμε βιαστικά όλοι οι θεονήστικοι, ιδιαίτερα εμείς τα κουτσούβελα, πέφταμε σα γύπες να φάμε. Που να φτάσει όμως για όλους μας, αλλά και σε πόσους να μοιραστεί αυτό το δόλιο το «καλαμποκούκ'»;

Η φτώχεια δεν είχε μέτρημα. Το «καλαμποκούκ'» όπως είπαμε το είχαν για πρόχειρο ψωμί, αλλά μπουχτίζεις βρε αδερφέ όμως και λαιμοπνίγεσαι με τις τριμμόψες της μπομπότας και τελικά τη βαριέσαι και δεν θέλεις ούτε να τη βλέπεις. Τι να κάνεις όμως; Ας όψεται η λόρδα. Όμως οι τότε συγχωριανοί μας βρήκαν διάφορους τρόπους να ξεφύγουν απ' τη μπομπότα και δειλά-δειλά απ' την πείνα και την ανέχεια. Κοντά στην παραδοσιακή οικιακή οικονομία, τα προϊόντα της οποίας παράγονταν μέσα στο σπίτι στον περίβολο και στα ιδιόκτητα κτήματα και σε μεγάλο μέρος καταναλώνονταν επίσης μέσα στο ίδιο το σπίτι (κότες, αυγά, καλαμπόκι, λίγο στάρι, πρόβατα, γίδια, αγελάδες, γαλακτοκομικά, λαχανικά,  φρούτα κλπ)  ανέπτυξαν διάφορες  άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα την περίοδο εκείνη είχαν όλοι κατέβει απ' τη Σκόρλια στον Πύργο. Δειλά-δειλά άρχισαν ν' ανοίγουν τις οικονομικές φτερούγες τους. Πέρα από τα πολλά κοπάδια γιδοπρόβατα που υπήρχαν τότε στο χωριό και από την πώληση των αρνοκάτσικων και των γαλακτοκομικών προϊόντων (γάλα, τυρί) που τους απέφερε μικρά έσοδα, η ίδρυση της Βιομηχανίας γάλακτος τους ώθησε προς την αγελαδοτροφία. Για την παραγωγή τροφής των αγελάδων και των ζώων τους, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν ή να δουλεύουν «μ’σιακά» ή «τριτάρκα» χωράφια Φτεριωτών στον Αγιάννη. Η εκτροφή μοσχαριών («ταυριών») και «μαναριών» στη συνέχεια ανέβασε το βιοτικό τους επίπεδο. Σ' όλα αυτά σημαντική ήταν η βοήθεια των παιδιών κάθε οικογένειας. Στο βόσκημα των ζώων (ιδίως), στο όργωμα, το πότισμα, το σκάλο, το θέρο και στην κάθε λογής δουλειά και τα γράμματα, γράμματα. Αλλά και το μάζεμα των «αγριοκρεμμυδιών» και τα μεροκαματάκια στις «παλαίστρες», βοήθησαν οικονομικά τους τότε συγχωριανούς μας. Εκείνο όμως που επέφερε καίριο πλήγμα κατά της μπομπότας βασικά, αλλά και της πείνας, ήταν η απασχόληση κατά την περίοδο του θέρους, πολλών συγχωριανών μας, και ιδίως μαθητών σε αλωνιστικές μηχανές. 
Δεκάδες συγχωριανοί μας από το τέλος της δεκαετίας του '50, είχαν εργασθεί σε αλωνιστικές μηχανές («πατόζες»). Θυμάμαι ότι για πρώτη φορά πήγα στην αλωνιστική μηχανή των Αφων Γλυκού στο «Ρτζέρ' » (Καλλίδρομο Φθιώτιδας), το καλοκαίρι του 1965, Μαθητής τότε της Α' Γυμνασίου, καθώς και πολλά παιδιά της ηλικίας μου (πριν και στη συνέχεια), όπως Καρράς Ηλίας του Γεωργίου, Κατσαβριάς Νίκος του Κων/νου και της Ξανθής, Κολοκύθας Δημήτρης του Ι., Κολοκύθας Ηλίας του Ι., Κοντογιάννης Δημήτρης του Γ., Λιανός Βαγγέλης του Κ., Μεργιάς Βαγγέλης του Ι., Νέλλας Γιάννης του Κ., Νέλλας Λάμπρος του Κ., Νίκος Ευαγγέλου Παππάς, Πλιάκος Βασίλης του Γ., Πλιάκος Βαγγέλης του Ηλία, Πλιάκος Πάνος του Βασίλη, Στεψανής Κώστας του Απ., Στεφανής Κώστας του Ι., Συλεούνης Βασίλης του Η.. Συλεούνης Δημήτρης του Ηλία καιΤσάμης Γεώργιος του Φωτίου. Μαζί με τα παιδιά πήγαιναν και μεγαλύτεροι σε ηλικία στις αλωνιστικές μηχανές. 

Όπως οι αείμνηστοι Καρρά Παναγιώτα του Στέλιου, Κατσαβριά Ελένη του Ιωάννου, Κατσαβριά Κωνστάντια του Σπύρου, Καρράς Γιώργος του Δημ., Ιωάννου Δημήτριος, Κλέτσας Λάμπρος του Ανδρέα, Κλέτσας Νίκος του Ηλία. Κοντογιαννης Διονύσης, , Λάμπρου Γεώργιος, Λεμονής Γεώργιος του Ηλία. Λεμονής Ηλίας του Γεωργίου, Λιανός Παναγιώτης του Λάμπρου. Μεργιάς Ηλίας (Μεργιολιάς), Μεργιάς Γιάννης του Ηλία. Μεργιάς Φώτης του Ευαγγέλου, Πλιάκος Γεώργιος του Κων/νου. Πλιακος Γεώργιος του Ν., Πλιάκος Ηλίας του Κ., Στεφανής Λάμπρος του Κων/νου, Συλεούνης Ηλίας του Δημ., και Χουλιάρας Ανδρέας, καθώς και οι Καραγιώργος Αλέκος του Δημητρίου, Κατσαβριάς Κων/νος του Νικολάου, Κλέτσας Γεώργιος του Ηλία, Κλέτσας Δημήτριος του Λάμπρου, Κλέτσας Δημήτριος του Νικολάου, Κολοκύθας Σπύρος του Ιωάννου, Κοντογιάννη Νίκη του Γ., Κοντογιάννης Γεώργιος του Διονυσίου, Κοντογιάννης ; Χαράλαμπος του Αναστασίου, Κουμπής Δημήτριος, Κουτσούμπας Παναγιώτης, Λεμονής Δημήτριος του Ηλία, Μεριάς Λευτέρης του ; Αθανασίου, Ντζιός Παναγιώτης, Παππάς Γιάννης του Ευαγγέλου, Στεφανής Αλέκος του Κων/νου, Τσάμης Αλέκος του Κων/νου, Τσάμης Φώτης του Γεωργίου, Τσάμης Πέτρος του Γεωργίου, Τσάμης Δημήτρης του Γ. Η δουλειά στην «πατόζα» ήταν πολύ δύσκολη ιδίως για μας τα παιδιά, αλλά και για τους ηλικιωμένους. Απ' τις πιο δύσκολες κατά κοινή ομολογία. Τι να κάνουμε όμως ας όψεται η μπομπότα και η ανέχεια. Όλους μικρούς και μεγάλους, η ανάγκη μας έκανε να ξεσηκωθούμε κατά του φοβερού αυτού «δυνάστη».

Η μέρα στην «πατόζα» ξεκίναγε στις έξι το πρωί και τέλειωνε τα μεσάνυχτα. Δηλαδή δύο ώρες εργασία, δύο ώρες ανάπαυση. 'Ηταν υπό μορφή σκάντζας- βάρδιας ανά δίωρο. Μέσα στη σκόνη, το άχυρο, την αγάνα, το δαυλίτη και όλα αυτά μέσα στο λιοπύρι και τη ντάλα του καλοκαιριού. Μέσα στο λίβα (το Μέγα) με τον ήλιο να χτυπάει κατακούτελα. Το χρονικό διάστημα του αλωνισμού ήταν από 25 Ιουνίου (αμέσως μόλις έκαναν διακοπές τα σχολεία) έως 5 με 10 Αυγούστου. Κάναμε δηλαδή 40 με 45 μεροκάματα και επιστρέφαμε στο χωριό με 1700 έως 2000 κιλά σιτάρι. Ήμασταν δηλαδή και οι πρώτοι νοικοκυραίοι, της χρονιάς σε σιτάρι, αφού οι περισσότεροι συγχωριανοί μας δεν έπαιρναν απ' τα «ριγανοχώραφά» τους περισσότερα από 500 έως 1000 το πολύ κιλά σιτάρι.
Αυτή ήταν η ζωή μας τότε και παλιότερα ακόμα χειρότερη. Μας είχε στραβώσει η φτώχεια μικρούς και μεγάλους. Η ζωή ήταν τότε άρση βαρών, ήταν μέγας άθλος, απαιτούσε αντοχή μαραθωνοδρόμου, αγώνας αδυσώπητος, πείνα, αλλά και πείσμα και θέληση για ζωή και ψυχή θεριεμένη.
Ποιος τολμάει να γράψει βίους παράλληλους της εποχής εκείνης και της σημερινής και να συγκρίνει τη φτώχεια τη δική μας με την ευμάρεια των παιδιών μας; Κανένας δε θα μας πιστέψει. Θα μας πουν παραμυθάδες. Όμως ζουν και υπάρχουν ακόμη πολλοί «μπομποτοφάγοι», που μπορούν να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. Καιροί είναι και διαβαίνουν, κόσμος πάει κι έρχεται και η ζωή αλλάζει, μας άλλαξε πολύ, πάρα πολύ κι ούτε και απ' αυτή είμαστε ευχαριστημένοι. Τότε με λίγα, ελάχιστα «καλούδια» νιώθαμε δυνατοί και πλούσιοι. Τώρα;

Πηγή: «Φωνή της Πτελέας»
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου




2 σχόλια:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Kαταπληκτικό άρθρο φίλε Τάκη. Συγχαρητήρια για την επιλογή.
Ας ελπίσουμε, μόνο, η "θρυλική μπομπότα" να αποτελεί για τις επόμενες γενιές μονάχα ανάμνηση από διηγήσεις παλαιοτέρων και όχι αναγκαστική, και πάλι, διατροφική συνήθεια...

Τακης είπε...

Την γεύτηκα κι εγώ, φίλε ευρυτάνα, στην παιδική μου ηλικία και όμως τη νοσταλγώ. Μέσα στο γνήσιο γάλα ήταν γλύκισμα!