TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Μνήμες του Νικόλα από την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά

Μνήμες με αξιόπιστα ακούσματα του Νικόλα
απ’ τη Κατοχή και τα Δεκεμβριανά
Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου

1. Ταξιδεύοντας με το τρένο για τον γενέθλιο τόπο στη κοιλιά της Δέσπως
Ο Νικόλας στους επτά του μήνες στη κοιλιά της μάνας του Δέσπως, κλώτσησε επανειλημμένα δυσαρεστημένος καθώς αισθάνθηκε την έντονη ενόχλησή της μ’ ότι συνέβαινε μπρος στα μάτια της, ακούσια υπεύθυνης.
Είκοσι λεπτά πριν, ο Μήτσος ο πατέρας του, τους είχε ανεβάσει στην πόστα, αυτήν και την κορούλα τους Φωτεινή, στην στάση των σιδηροδρομικών στο εργοστάσιο των Σ.Ε.Κ στη Λεύκα του Πειραιά, πρωινό Ιούλη 1941. Η Δέσπω στα 29 της, ήταν επτά μηνών έγκυος στον Νικόλα, στο δεύτερο αγόρι τους, τρίτο τους παιδί, δυο μήνες μετά την κατάληψη της Αθήνας απ’  τους Ναζί. 
Ήθελε να γεννήσει στo χωριό της στην ορεινή Δυτική Φθιώτιδα, κάτω απ΄ το Βελούχι, το κεφάλι του Δία, που είχε γίνει και δικό της χωριό με την εγκατάσταση  του πατέρα της Στέλιου με τον δεύτερο γάμο του με την Ρήνω. Η δική της μάνα, ο μικρότερος αδελφός και η μεγαλύτερή της αδελφή, κι΄ οι τρεις μαζί, «τέλειωσαν»με την επιδημία γρίπης του 1918– 19 που έπεσε και στο Καρπενήσι ξεκληρίζοντας οικογένειες. Οι τέσσερις ήσαν κλειδωμένοι από τις Αρχές της εποχής στο σπίτι τους σε καραντίνα,. Δυο ακόμα αγόρια, αδέλφια της, φοιτητές, είχαν φύγει λίγα χρόνια πριν από πνευμονία. Ο πατέρας της που ήλθε ειδοποιημένος από δουλειά σε χωριό, κρατήθηκε έξω από το σπίτι. Τους εφοδίαζε με τρόφιμα, νεράκι, ότι φάρμακα. Τα έβαζε σ’ ένα καλαθάκι που του κατέβαζαν από ψηλά απ’ ένα παραθύρι.
Τώρα με την εγκυμοσύνη της ήθελε την υποστήριξη από την δεύτερη μάνα της και τις φιλενάδες της. Ήθελε και την ενίσχυσή τους σε τρόφιμα για το διαφαινόμενο θανατικό από την πείνα του χειμώνα του 1941-42 σε Αθήνα- Πειραιά. Ταυτόχρονα γνώριζε ότι άφηνε για πρώτη φορά την όποια σιγουριά της γέννας στο κέντρο, προτιμώντας τους τρόπους του τόπου της με κάποια χωρική μαμή και με φιλενάδες της.
Μόνη, κρατώντας στο ένα χέρι μια τεράστια βαλίτσα ενισχυμένη σταυρωτά με σχοινί μην κι’ ανοίξει και την τετράχρονη Φωτεινή με το άλλο, περπατούσε με προσπάθεια στο διάδρομο του φισκαρισμένου βαγονιού της 2ης θέσης να βρει κάθισμα. Αδύνατον. Όλα πιασμένα. Όλοι γύριζαν το βλέμμα κάνοντας ότι δεν την έβλεπαν. Οι διαδρομές μεγάλες. Δύσκολο να κάνει κάποιος την θυσία να της δώσει τη θέση του.
Απογοητευμένη, στεκόταν συνεσταλμένη στον διάδρομο, με τη βαλίτσα στα πόδια κρατώντας το κορίτσι, προσπαθώντας να μην εμποδίζει τους διερχόμενους. Το τρένο είχε ήδη ξεκινήσει.
Αφηγούταν κι΄ έμεινε στην οικογένεια, ότι νάσου στο διάδρομο ξαφνικά ένα Γερμανικό περίπολο. Δυο πανύψηλοι «πεταλάδες» της Γκεστάπο με τ’ αυτόματα στα χέρια, στολή, κράνος, μπότες, κλπ. Πλησιάζουν βλοσυροί ελέγχοντας τα πάντα. Ρίχνουν μια σύντομη ματιά στην κατατρομαγμένη Δέσπω. Μετά, γυρίζοντας με μια κίνηση συντονισμένη, σαν ρομπότ, και χωρίς λέξη αρπάζουν τον πρώτο καθιστό νέο άνδρα που βρέθηκε μπροστά τους. Τον τραβάνε σαν πούπουλο τρομοκρατημένο και τον πετάνε πανικόβλητο στο διάδρομο. Γυρίζουν μετά στη άφωνη Δέσπω με τον Νικόλα να κτυπιέται στην κοιλιά της και με μία ευγενική χειρονομία την καλούν να καθίσει.
Αφού σαράντισε στο χωριό η Δέσπω και «πήρε την ευχή» από τον παπά Βαγγέλη, κατέβηκαν στο σπίτι τους, στον Πειραιά, στον Καραβά.

2. Με την Πείνα  
Χειμώνα 1941– 42 με την παγωνιά και πείνα πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες στη Αθήνα- Πειραιά.
Η Δέσπω με εργατικότητα, εξυπνάδα, πείσμα και τις γνώσεις  της από την αγροτική ζωή, μηχανεύτηκε τρόπους για τη διατροφή της οικογένειας με πολύ μικρή βοήθεια από το χωριό. Παρότρυνε τον Μήτσο να ταξιδεύει, σιδηροδρομικός ήταν, στα Ορφανά της Θεσσαλίας, τόπο που έμεινε στον Νικόλα, για ανταλλαγές ειδών, κοσμημάτων αρχικά, ρούχων μετά, με λίγα τρόφιμα. Ακόμα και τις βέρες τους έδωσαν για λίγες οκάδες καλαμπόκι.
Στα πέντε του αισθάνθηκε αλησμόνητη ευφορία καθώς μοναδικός μάρτυρας,  τ’ αδέλφια του έλειπαν, είδε μια σκηνή. Ο Μήτσος έβγαλε από τη τσέπη του σακακιού του ένα μικρό χάρτινο περιτύλιγμα. Το ξετύλιξε κι’ έβγαλε δυο πολύ λεπτές χρυσές βέρες. Η μάνα του έκλαιγε όταν της πέρασε τη μια στο δάκτυλο της, την άλλη στο δικό του. Σαν να ξαναρραβωνιάζονταν. Φιλήθηκαν μετά συγκινημένοι. Της μάνας του την βέρα την κατέχει, κειμήλιο για τους κατιόντες του. Αυτή του πατέρα του χάθηκε στην αναταραχή του σχεδόν ταυτόχρονου θανάτου τους.
Η Δέσπω τον έγραψε σε μια «Εστία», έναν απ’ τους σταθμούς που είχε ιδρύσει ο Δ.Ε.Σ. να βοηθήσει τη διατροφή παιδιών της κατακτημένης Χώρας. Τον κουβαλούσε εκεί στα χέρια, βαρύ και στρογγυλό, για να πάρει το λίγο γάλα- σκόνη ή ότι λίγο άλλο της έδιναν απ’ αυτά που έφερνε το «Κουρτουλούς», το Τούρκικο μικρό φορτηγό πλοίο σωτηρίας, που έφερνε εφόδια από τη Τουρκία πριν βουλιάξει, πληρωμένα από τον Δ.Ε.Σ και Έλληνες του εξωτερικού και της Πόλης. Καλότρωγε με βουλιμία τις κρέμες της Δέσπως με γάλα- σκόνη της Εστίας και κουκουτσάλευρο, που ποτέ του δεν έμαθε από τι κουκούτσια αλεύρι ήταν. Τετράπαχο, οι κατακτητές χρησιμοποίησαν φωτογραφίες του για προπαγάνδα στο εξωτερικό ότι τα Ελληνόπουλα δεν πεινούν.
Με την πείνα των νηπιακών χρόνων και την ανέχεια των πρώτων σχολικών, η Δέσπω ακριβοδίκαιη στη κατανομή του ψωμιού που έπαιρνε η οικογένεια με δελτίο, πρωινό- μεσημεριανό- βραδινό, δεν υποχωρούσε στις παρακλήσεις των παιδιών να δώσει, πεινασμένα καθώς ήσαν, εκτός προγράμματος:
- Μαμά, δώσε μου το ..βραδινό μου!.
Η διατροφή του στο Πειραιά με αυτή στο χωριό όπου γιαγιάδες, θειάδες και πρωτοδεύτερες ξαδέλφες έφερναν το κάτι- τί τους, φρέσκο βουτυράκι, κοτοπουλάκια, μυτζηθρούλες, αυγουλάκια, κλπ, είχε μεγάλη διαφορά. Έτσι, δυο- τρεις ημέρες προτού φύγουν επιστρέφοντας, αρχές φθινόπωρο, τον ζύγιζαν στο καντάρι για τσουβάλια, τορβάδες, σφαχτά, διαδικασία που κράτησε μέχρι τα 12 του. Το καντάρι κρεμόταν από το δοκάρι  της πόρτας στο μπαλκόνι. Αγωνία για το πόσες οκάδες πήρε με την υπερτροφία με τον φόβο της μάνας του για αδενοπάθεια, μήπως και τις έχασε με τις τρεχάλες του. Η φθίση καραδοκούσε. Για να ζυγιστεί, τον κρατούσαν ή κρατιόταν αργότερα μόνος κρεμασμένος από τις αλυσίδες και τα χοντρά τσιγκέλια. Τον είχαν ζυγίσει και τη πρώτη ημέρα της άφιξής τους. Όλοι, ειδικά η μάνα, κρατούσαν την αναπνοή τους για να δουν το αποτέλεσμα της ζύγισης. Επηρεάστηκε κι΄ αυτός ώστε γυρίζοντας, με το που άρχισε να επικοινωνεί, το πρώτο που ενθουσιασμένος έλεγε στον πατέρα και τον αδελφό του Κώστα ήταν π.χ:
- Πήρα 5 οκάδες !

3. Στο λόφο Βώκου Καραβά
Ο λόφος Βώκου Καραβά ή το βουναλάκι, με το φοβερό του γερμανικό αντιαεροπορικό πολυβολείο για έλεγχο αέρα και της  περιοχής, υψωνόταν πάνω από την παιδική του γειτονιά στον Καραβά,. Ασβεστολιθικός όγκος, όλος βράχια με χορτάρια και λουλούδια την Άνοιξη, όπου χώμα, ήταν το μέρος όπου ανέβαιναν να ιδούν από ψηλά τη γειτονιά τους και την περιοχή, που βοσκούσαν το πασχαλινό τους αρνάκι, ένα από τα μέρη που πετούσαν αετό τις Απόκριες μετά τον Πόλεμο. Ανέβαιναν να εκκλησιαστούν κάποτε στη Παναγίτσα, την Παναγία την Οδηγήτρια, στη κορυφή κι’ αυτή του λόφου, ακριβώς δίπλα στο πολυβολείο με το υπόγειο στο βράχο σαν καρστική σπηλιά καταφύγιό του, χώρος που σήμερα θα έχει καλυφθεί από πολυκατοικίες.
Από το πολυβολείο, τέλη του 1943, ίσως λόγω της 28η Οκτωβρίου, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, οι Γερμανοί άνοιξαν πυρ με τα βαρέα πολυβόλα τους, για να διαλύσουν πορεία Κοκκινιωτών οργανωμένη από το ΚΚΕ, άσχετα πολιτικού τους πιστεύω, να τιμήσουν τη μνήμη των νεκρών του Πολέμου καταθέτοντας στεφάνια στην Οσία Ξένη. Υπήρξαν νεκροί.
Κάποιοι, σε μια κατά του ΚΚΕ θεωρία ότι προσπαθούσε να δημιουργήσει  ήρωες, είπαν ότι ξέροντας ότι ο δρόμος ήταν εύκολα ελέγξιμος από το πολυβολείο, είχαν ειδοποιήσει δικούς τους να μένουν αριστερά ανεβαίνοντας τον δρόμο ώστε να είναι καλυμμένοι από τα πυρά από τα σπίτια.

4. Ο Γερμανός αρχηγός πληρώματος του τανκ!...
-Μπιπ, μπιπ !
Ο Νικόλας στα τρία του χρόνια, έπαιζε με μεγαλύτερα παιδιά στον κοντινό χωματόδρομο που χρησιμοποιούσαν κάρα, σπάνια κάποιο αυτοκίνητο, έξω

Γερμανικό ελαφρύ- μεσαίο άρμα μάχης PANZER II

από τον φούρνο της γειτονιάς, αυτόν του Μέγγουλη, στη Βαλαωρίτου, στον Καραβά του Πειραιά. Τραβούσε ένα σαρδελοκούτι, δεμένο με σπάγκο, γεμάτο χώμα, κάνοντας με σοβαρότητα ότι οδηγεί φορτηγό, στη μέση του δρόμου:
 -Μπιπ, μπιπ !
Παραδίπλα ο αδελφός του Κωστάκης στα δέκα τρία, μ’ έναν ταμπλά, πουλούσε τσιγάρα που είχε πάρει από εργάτριες του Παπαστράτου, τις παπαστρατίνες, πρώτες εμπορικές του πράξεις, ανταλλάζοντάς τα με λίγες σταφίδες, προσέχοντάς τον.
Ξάφνου, ένα μοναδικό τανκ, με το πύργο, το πυροβόλο του, τις ερπύστριές του ξεπρόβαλε από τη περιοχή των καμινιών του Πούτου. Μεγαλώνοντας, με τ΄ ακούσματα, συμπέρανε ότι ερχόταν από τη Νέα Κοκκινιά, την Νίκαια, που άρχιζε 100 μέτρα πιο πέρα. Στο πύργο του ορθός ένας γερμανός έλεγχε τη πορεία. Με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι του, το άκουσε στα 20- 25 μέτρα.
Έντρομος, παράτησε το «αυτοκινητάκι» του σπαράζοντας στο κλάμα απ’ τον φόβο. Κόλλησε τη πλατούλα του στα κατεβασμένα ρολά της αποθήκης του φούρνου, με τ’ άλλα παιδιά. Ξεχνώντας το παιχνίδι του, παρακολουθούσε με φρίκη το τανκ που κατέφτασε, κάτι πρωτόγνωρο στη γειτονιά.
Ο γερμανός φαίνεται είχε παρακολουθήσει τη σκηνή. Φθάνοντας λίγα μέτρα πριν το «αυτοκινητάκι», το τανκ κάνει μια θεαματική  μανούβρα προς την αντίθετη πλευρά του χωματόδρομου απ΄ όπου βρίσκονταν τα παιδιά, σκάβοντάς τον με τις ερπύστριες. Ταυτόχρονα γύρισε κι’ έσκυψε το κεφάλι του σ’ αυτόν. Τον κοίταξε έντονα μεσ’ τα μάτια. Παρέκαμψε το παιχνίδι του, όχι απαραίτητο για να το αποφύγει, σαν να ήθελε να του πει:
-        Κοίτα, για σένα το έκανα!. Σε είδα και σε πρόσεξα. Μη κλαις!.
Χρόνια μετά, όποτε θυμόταν το περιστατικό με μνήμη ενισχυμένη από τον αυτόπτη μάρτυρα αδελφό του, πίστευε ότι ο γερμανός θα είχε παιδιά της ηλικίας του στην πατρίδα του.
Ήταν η μοναδική άμεση επαφή του με γερμανούς. Στη μνήμη του όμως είναι καρφωμένες εικόνες και αξιόπιστα ακούσματα της Κατοχής και αμέσως μετά που θεωρεί καθήκον του να τα μνημονεύσει καθώς είναι σημαντικά στοιχεία της νεώτερης ιστορίας του Λαού μας. Να μείνουν για τους κατιόντες του και αυτούς των δικών του ανθρώπων.

5. Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, η Ευθυμία και το Τσατσωλό…
Στο Μπλόκο της Κοκκινιάς της 17ης Αυγούστου 1944, ημέρας γενεθλίων του, μερικούς μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί, πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν κι΄ οι «κουκουλοφόροι», με στόχο τη δολοφονία αριστερών. Η Νέα Κοκκινιά (Νίκαια)και η Παλιά, κολλητές του Καραβά Πειραιά όπου μεγάλωσε, αποκλείστηκαν από άρματα μάχης,  στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις (ταγματασφαλίτες). Διατάχθηκαν όλοι οι άνδρες άνω των 15 μέχρι 55 να μαζευτούν στη πλατεία της Οσίας Ξένης με απειλή άμεσης εκτέλεσης επί τόπου όσων κρυφτούν. Ο απολογισμός σε Έλληνες νεκρούς ήταν:
73 εκτελεσθέντες στη Μάντρα.
25 σε μάχες ανδρών της ΕΠΟΝ με Γερμανούς και συνοδοιπόρους «έλληνες».
50 εκτελεσθέντες από τους Γερμανούς για αντίποινα.
Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι Γερμανοί συνέλαβαν 6000 περίπου άνδρες και τους έκλεισαν στο Χαϊδάρι. Πολλοί απ’ αυτούς στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.
Από την επιλογή απαλλάχθηκε ο πατέρας του Δημήτρης (Μήτσος), όταν την ώρα που οι κουκουλοφόροι Έλληνες έδειχναν στους Γερμανούς ποιους να εκτελέσουν, κάποιος ανακοίνωσε: «Οι σιδηροδρομικοί να φύγουν, να πάνε στις δουλειές τους». Χρειάζονταν σιδηροδρομικούς για τις μεταφορές τους.
Δεν σώθηκε όμως ο πατέρας της παιδικής του φίλης Ευθυμίας, τρία χρόνια μεγαλύτερής του, έξι χρόνων τότε, με το σπίτι τους σε μεσοτοιχία με αυτό της οικογένειάς του. Όπως του διηγούταν η μητέρα του μερικά χρόνια μετά, η μικρούλα Ευθυμία σπάραξε από το κλάμα όταν είδε τον νεκρό της πατέρα και την μητέρα της τη κυρία Ανθή να χτυπιέται πάνω από το πτώμα του. Τον μετέφεραν νεκρό μ΄ ένα από τα ξύλινα καροτσάκια της Κατοχής, συνηθισμένο τότε μεταφορικό μέσο. Αδύνατος από την πείνα και πολύ ψηλός, τα πόδια του από τις γάμπες, τα μπράτσα του απ΄ τους αγκώνες, το κεφάλι του από τον σβέρκο κρέμονταν έξω από το καροτσάκι...
Η Ευθυμία, 13 με ξεχασμένη την εκτέλεση του μπαμπά της και ο Νικόλας 10, στο χωριό του1951- 52. Την πήρε η μητέρα του να τραφεί καλύτερα απ΄ ότι στον Καραβά. Δίπλα,  καροτσάκι της Κατοχής σε μεταφορά ηλικιωμένης.(Φωτ. Βούλας Παπαϊωάννου)

6. Βομβαρδισμοί και καταφύγια
Αρ. αγγλικό βομβαρδιστικό Avro Lancaster, δεξιά αμερικάνικο Β 17. Βομβάρδισαν το λιμάνι του Πειραιά Ιανουάριο 1944 με 5500 νεκρούς Έλληνες και 8 Γερμανούς (!), σε μια αποτυχημένη επιδρομή με θύματα αθώους…

Θυμάται γκρεμισμένη τη γέφυρα της Παπαδιάς, πριν τη Λαμία, για αρκετά χρόνια, με βαγόνια πεταμένα στο βάθος της ρεματιάς της, την αργή πορεία Του τρένου για χρόνια πάνω στην πρόχειρη νέα των Γερμανών, την εικόνα του βομβαρδισμένου Πειραιά από εγγλέζους και αμερικανούς Γενάρη του 1944. Γκρεμισμένη η κόγχη της Αγίας Τριάδας, κτήρια, σκελετοί από κολώνες και δοκάρια μπετόν, εικόνες μόνιμες για πολλά χρόνια καθώς περνούσε καθημερινά τη Φίλωνος να πάει στο Γυμνάσιό του το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς (Ιωνίδειο), μέχρι να επουλωθούν οι πληγές του πολέμου.
Η βομβαρδισμένη από τους ...Συμμάχους Αγία Τριάδα Πειραιά σε φωτό του 1957 όταν άρχισαν οι εργασίες ανακατασκευής της. Φωτό από Ίντερνετ Στέλιου Μαρκουλάκη

Στους βομβαρδισμούς αυτούς, μια βόμβα έπεσε μακριά από το στόχο της, σ’ ένα μικρό γεφυράκι από μπετόν στο ρέμα στη γειτονιά του, μακρυά από το λιμάνι, απόδειξη της αποτυχημένης αεροπορικής επιδρομής. Σκότωσε ένα αντρόγυνο γειτόνων του που φοβισμένο με τις σειρήνες του συναγερμού που τους βρήκε στο δρόμο, καλύφθηκε κάτω απ’ αυτό. Για χρόνια αργότερα περνούσαν έξω απ’ το σπίτι του Νικόλα τα δυο παιδιά τους, τρία- τέσσερα χρόνια μεγαλύτερά του, πάντοτε μαζί, αχώριστα, πιασμένα απ΄ τα χεράκια, θλιμμένα με μια αμήχανη σιωπηλή θλίψη αλησμόνητη γι’ αυτόν, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, η Ελενίτσα, δεν θυμάται τ’ όνομα του αγοριού. Οι γείτονες τα αποκαλούσαν, «τα ορφανά». Μέχρι που μεγάλωσαν και ακολούθησε το καθ’ ένα το δρόμο του. Καθώς περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι τους τέλη 10ετίας του 40, αρχές 10ετίας 50, η Δέσπω τα κοίταζε δαγκώνοντας τα χείλη. Αυτός έβαζε τον εαυτό του στη θέση τους. Δάκρυζε. Αργότερα σπουδαστής, τα είδε αποκατεστημένα με τις οικογένειές τους, γελαστά. Είχαν ξεχάσει τη φρίκη.
Αξέχαστος ο βρυχηθμός από τις σειρήνες του Ε΄ Αστ. Τμήματος Νικαίας για  αεροπορική επιδρομή εγγλέζων όταν η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Αργότερα, μέχρι αρχές 10ετίας του 50, ηχούσαν σε ασκήσεις με τον φόβο της Σοβιετικής Ένωσης. Την εποχή εκείνη το 54-55 ακουγόταν συχνά οι λέξεις «αεράμυνα» και «αεραμυνίτης». Είχε ήδη αρχίσει το δέος της αντιπαλότητας με το «Σιδηρούν Παραπέτασμα».
Το καταφύγιο της οικογένειας στους βομβαρδισμούς, ανάλογα του που βρίσκονταν  την ώρα του συναγερμού όταν ηχούσαν οι σειρήνες, όπως και το «κρησφύγετο» για απόκρυψη σε ώρες φόβου από φήμες σε μεταπολεμικά γεγονότα, ήταν το υπόγειο του σπιτιού τους. Για γεγονότα όπως αυτά της χρήσης των γερμανικών αντιαεροπορικών πολυβολείων του λόφου Βώκου- Καραβά, οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς στη Μάντρα της Οσίας Ξένης και οι μάχες μαζί τους της Ε.Α, τα Δεκεμβριανά. Στην ουσία, ήσαν χωρίς καμιά προστασία. Έδινε την ψευδαίσθηση στους αθώους ανθρώπους ότι ήταν  ασφαλέστερο με την σκεπή του από μπετόν απ΄ ότι τα γειτονικά προσφυγικά σπιτάκια με πισσόχαρτα ή λαμαρίνες ή αυτά με κεραμίδια. Έμοιαζαν με τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της σε κάποιο φύλλωμα για να κρυφτεί. Ευτυχώς, δεν έτυχε τίποτε και σ΄ αυτούς και στους γείτονες που πρόστρεχαν να προστατευτούν ή κρυφτούν μαζί τους.
Σίγουροι πελάτες σ΄ αυτές τις ώρες ή για μέρες, ήσαν ο Μπάρμπα- Σάββας, ένας γνήσιος ανατολίτης από την ενδοχώρα της Μικρασίας, που μιλούσε ελάχιστα ελληνικά, η γυναίκα του κυρά- Φωτεινή, η κόρη τους κυρά Μαρία με τον γνήσιο αγαθό ανατολίτη πιθηκάνθρωπο άντρας της Ζαχαρία και τα τρία παιδιά τους. Και άλλοι γείτονες κατά διαστήματα ήσαν φιλοξενούμενοι.
Η απόλυτη σιγή όπως κάθονταν συχνά από τον φόβο ν΄ ακουστούν έξω, στις κουρελούδες ανά οικογένεια, κουκουλωμένοι με κουβέρτες για το κρύο και την υγρασία του άστρωτου, χωμάτινου υπογείου ή όταν είχαν εξαντλήσει οι μεγάλοι ότι χαμηλόφωνα είχαν να πουν, διακόπτονταν από τις αλλεπάλληλες κατά ριπές πορδές του μπάρμπα- Σάββα, εκδηλωτικό της φασολάδας που  έτρωγε ο τυχεράκιας, κάνοντας όλους να ξεχνούν τη κατάσταση και να σκάνε στα γέλια. Μνήμες αλησμόνητες για τον μικρό Νικόλα.
Ένα καταφύγιο από μπετόν, καλά οργανωμένο με ανεξάρτητη είσοδο που σφράγιζε,  κατασκεύασε εργολάβος οικοδομών, κουμπάρος τους.
Τριών χρόνων, βρίσκονταν στο σπίτι του με την Δέσπω, όταν άρχισαν οι σειρήνες. Όλοι έτρεχαν στο καταφύγιο, κατέβαιναν κυλώντας σχεδόν στις σκάλες του. Η Δέσπω τον έσερνε από το χέρι. Σε λίγο οι πάντες σε απόλυτη σιωπή μέσα στο σκοτάδι, άκουγαν τις αλλεπάλληλες εκρήξεις. Αισθάνεται και σήμερα το σφίξιμο  του παιδικού μπράτσου από την φοβισμένη μάνα του σε κάθε έκρηξη. Αισθάνονταν και τα σεισμικά κύματα με τον βομβαρδισμό στο λιμάνι. Έμειναν σημάδια στο σπίτι τους. Έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι σοβά  της εξώπορτας που έμεινε  έτσι μέχρι τέλος 10ετίας 1950. Τότε μπόρεσαν να φέρουν άνθρωπο να το αποκαταστήσει.

7. Δεκεμβριανά και πριν τον Εμφύλιο
Η ζωή ξαναρχίζει να βρίσκει τους κανονικούς ρυθμούς της. Τα παιδιά παίζουν στους δρόμους, η μικρούλα θαυμάζει τα καινούργια της παπούτσια. Φωτ. Βούλας Παπαϊωάννου

«..Η ζωή ξαναρχίζει για μας πιο χαρούμενη τώρα..» τραγουδούσε η Κάκια Μένδρη στο γεμάτο υποσχέσεις μεταπολεμικό τραγούδι. Ήταν έτσι;.
Σκωτσέζοι στρατιώτες παίρνουν θέσεις σε γωνιά της Αθήνας,
εναντίον του ΕΛΑΣ την 6η Δεκεμβρίου 1944

Στα 3,5 περίπου χρόνια του ο Νικόλας θυμάται πράγματα που μεγαλώνοντας συμπλήρωσε με τα ακούσματά του. Εγγλέζοι στρατιώτες έστηναν οπλοπολυβόλα και καταλάμβαναν τα καμίνια οχυρώνοντάς τα με ατομικά σκάμματα μικροϋψώματα, περίπου 150 μέτρα από το σπίτι του, έχοντας κυκλώσει τη Κοκκινιά μαζί με άλλες τέτοιες οχυρώσεις. Επρόκειτο για τη περίοδο  με τα Δεκεμβριανά. Με άλλα μεγαλύτερα παιδιά κυκλοφορούσε ανάμεσά τους χωρίς οι Εγγλέζοι να τους δίνουν σημασία. Κάποιοι μάλιστα τους έδωσαν μια- δυο σοκολάτες από κονσέρβα. Ήσαν στρογγυλές, χοντρές, ανοιχτές καστανές, πολύ σκληρές,  τυλιγμένες με κερωμένο χαρτί. Τις δάγκωναν όλα τα παιδιά από λίγο με τη σειρά προσπαθώντας να αποσπάσουν ένα κομμάτι.
Με τον ερχομό των Εγγλέζων, μετά από Γερμανούς κι’ Ιταλούς, κυκλοφόρησαν διάφορα σκωπτικά τραγουδάκια που αφορούσαν την ηθική πολλών Ελληνίδων που από τη πείνα των ίδιων και των οικογενειών τους έκαναν πρόσκαιρες ή μονιμότερες γνωριμίες μαζί τους.
Θυμάται να τραγουδιέται, σε μουσική του γνωστού τότε και για πολλά χρόνια εγγλέζικου εμβατηρίου «γιούπι για για γιούπι για ..», είναι όπως το έμαθε μεγαλώνοντας, το:

-Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά !!,
  τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά !!;
  Το’ να μου φωνάζει γιες,
  τ’ άλλο μου φωνάζει για.
  Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά
 
  Τα κορίτσια που’ χαν φίλους Ιταλούς,
  τα κορίτσια που’ χαν φίλους Γερμανούς,
  τώρα έχουν Εγγλεζάκια,
  με κοντά παντελονάκια
  κι’ από πίσω κι’ ένα σύνταγμα Ινδούς.

Για πολλά χρόνια μετά, όταν κουτσομπόληδες και καχύποπτοι γείτονες έβλεπαν κάποιο παιδί ξανθό, γαλανομάτικο, έκαναν σκέψεις, συνειρμούς και υπολογισμούς σχετικούς με την ηλικία του, το ποιόν της μάνας του παντρεμένης ή όχι, και τις παρέες της τη Κατοχή ή και μετά με τους Εγγλέζους.
Αυτού του είδους τα παιδιά που προήλθαν από την επιμειξία, αναγκαστική ή οικειοθελή, από τα γερμανικά ειδικά στρατεύματα, ήσαν εκατοντάδες χιλιάδες στη κατεχόμενη Ευρώπη. Άκουσε πριν μερικά χρόνια σε εκπομπή του Παπαχελά, αξιόλογη πηγή, ότι μόνο στη Γαλλία ήσαν πάνω από 200.000 και ότι το 2006 με τους κατιόντες τους υπολογίζονταν σε πάνω από 1.000.000. Στη πατρίδα μας με Γερμανούς, Ιταλούς, Εγγλέζους (με Ινδούς, Καναδούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς) και με καταστάσεις πείνας πολύ χειρότερες, οι αριθμοί σίγουρα είναι μεγαλύτεροι αναλογικά.
Τι μπορεί να σκεφτεί κανείς για την κατακτημένη Γερμανία από Ρώσους ειδικά που ξεπλήρωναν με το ίδιο νόμισμα καμώματα των Γερμανών στα εδάφη τους, Αμερικανούς, Εγγλέζους, Γάλλους, κλπ.
Ένα γνωστό σουίνγκ, το In the mood, του σε αεροπορικό δυστύχημα πάνω στο Πόλεμο Glenn Miller, που ήταν της μόδας στην Αμερική και Αγγλία,  έφτασε και στην Ελλάδα με τα παράνομα ακούσματα  από το B.B.C και τους Εγγλέζους στρατιώτες μετά. Χρησιμοποιήθηκε από το Λαό, ειδικά τους αριστερούς, για να κοροϊδέψει τον στρατηγό Σκόμπυ, δηλαδή τους Βρετανούς, δείχνοντας την αντιπαράθεση μαζί τους και τους δεξιούς, μ’ ένα ανόητο, πλην όμως ενδεικτικό του επιπέδου του, τραγουδάκι:  

Το βρακί του Σκόμπυ
είναι όλο κόμποι,(δις)
Το βρακί του Σκόμπυ
είναι όλο κόμποι(fortissimo)
τάρα ταρά τα τάταμ !

Κι’ αν λυθούν οι κόμποι
θα φανεί του Σκόμπυ,(δις)
Κι’ αν λυθούν οι κόμποι
θα φανεί του Σκόμπυ (fortissimo)
η μικρή του η ψωλήηηη!!

Τα χρόνια της παρουσίας τους, άρχισε ο εφοδιασμός των Ελλήνων από την UNRRA που τον χειρίστηκαν ιστορικά οι ίδιοι. Άρχισαν κατά διαστήματα με κάτι χακί χρώματος κονσέρβες, που όταν τις άνοιγαν, τι χαρά γι’ αυτόν και τα άλλα παιδιά. Γλέντι έκαναν όταν ανοίγοντάς τα έβλεπαν ότι περιείχαν ωραίες γαλακτερές τυλιγμένες σε κερωμένο χαρτί σοκολάτες, μπισκότα, καραμέλες και σημαντικές ποσότητες από αυτό το κίτρινο τυρί σε μεγάλες κονσέρβες. Σε άλλες υπήρχε πορτοκαλάδα με όχι καλή γεύση συγκρινόμενη με τις σημερινές. Οι καλύτερες όμως γι’ αυτόν περιείχαν ένα υπέροχο corned beef που η γεύση του μένει αξέχαστη λόγω της πείνας.
Διανομή ρουχισμού της UNRRA (Φωτ. Βούλας Παπαϊωάννου)

Εκτός από τρόφιμα εφοδίαζαν και με τον περιβόητο ρουχισμό της UNRRA. Στα μάτια του σήμερα παρελαύνουν εικόνες με αμερικάνικα ρούχα, από αρκετά καλά μέχρι παλιά ως παμπάλαια, πολλά απ’ αυτά πολύ βρώμικα, προϊόντα εράνων στην Αμερική. Μέσα στα δέματα βρίσκονταν από παλτά μέχρι κυλόττες και σώβρακα καθαρά μέχρι και χεσμένα, πουκάμισα καρό, ενδεικτικά της τότε αμερικάνικης κουλτούρας ένδυσης.  Επί χρόνια  σε επιθεωρήσεις στο θέατρο παρουσιάζονταν ηθοποιοί σαν Ελληνοαμερικάνοι  ντυμένοι μ΄ αυτά.
Την εποχή της UNRRA, η αθυρόστομη και χοντρόφωνη Μαρίκα Κοτοπούλη έβλεπε καθημερινά μια πεταχτούλα, κουκλίτσα νεαρή ηθοποιό του θιάσου της που γκομένιζε μ΄ Εγγλέζους, να της έρχεται στο θέατρο ντυμένη τέλεια και με διαφορετικά ρούχα κάθε τόσο. Τη μια μ’ ένα όμορφο φορεματάκι, την άλλη καινούργιο παλτουδάκι με την αλεπού-γούνα της εποχής στο λαιμό. Ασυγκράτητη, κάποια ημέρα την ρωτά με τη φωνάρα της, τη γνωστή αργότερα από το ραδιόφωνο της αξέχαστης εκπομπής του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο», που ο Νικόλας θυμάται έντονα ακόμη τώρα:
- Δεν μου λες κοριτσάκι μου, πως τα καταφέρνεις και μας έρχεσαι τόσο καλοντυμένο;
- Από την UNRRA κυρία Μαρίκα μου, από την UNRRA!, σπεύδει ν’ απαντήσει αυτή.
Κι’ η Κοτοπούλη :
- Δεν τό’ ξερα χρυσό μου ότι το μουνί το λένε σήμερα UNRRA !!

7.1. Οι συνέλληνες
Ένα πρωινό στις αρχές του 1945 κατάλαβε ένταση στο σπίτι.
Δέσπω και γειτόνισσες κουβέντιαζαν στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Αυτή ακουμπώντας τους αγκώνες της στο μαρμάρινο πρεβάζι του από μέσα, αυτές απ’ έξω, ορθές, συνηθισμένος τρόπος κουτσομπολιού που του επέτρεπε να κρυφακούει χωρίς να τον παίρνει χαμπάρι η μάνα του ενώ στεκόταν δίπλα της και οι γειτόνισσες, μη βλέποντάς τον. Έστησε αυτί. Πολλά συμπληρώθηκαν πολύ αργότερα από τη Δέσπω:
Αργά βράδυ της προηγούμενης γινόταν ένα φτωχικό γλεντάκι γάμου, τι μπορούσε να γίνει στη φτώχεια της εποχής, της κόρης γειτονικής αριστερής  οικογένειας. Θυμάται και σήμερα το επίθετό τους. Σφάλισαν πατζούρια και τζαμλίκια να μην πολυφαίνονται και ακούγονται προκαλώντας. Κι΄ όμως, κάποιοι υπερδεξιοί, ξένοι της γειτονιάς, ποτέ οι γείτονές τους άσχετα πολιτικής τοποθέτησης δεν έκαναν κακό μεταξύ τους, πληροφορημένοι κατάλληλα, πλησίασαν και το έκαναν.
- Μπαμ, μπαμ μερικές πιστολιές στα τυφλά με αποδέκτες τους πίσω από τα πατζούρια, μέσα στο σπίτι. Ύστερα χάθηκαν στη νύκτα.
Αποτέλεσμα ένας νεκρός, κάποιος τραυματίας. Θρήνος τις άλλες ημέρες.
Πρωτομαγιά του 1948, θυμάται την αναγγελία από το δελτίο ειδήσεων στο ραδιόφωνο της δολοφονίας του Χρήστου Λαδά, υπουργού Δικαιοσύνης, καθώς έφευγε από την εκκλησία. Αυτά που πληροφορήθηκε από τη βιβλιογραφία αργότερα είναι ότι η δολοφονία έγινε με εντολή Ζαχαριάδη για να μεταφέρει στην Αθήνα τον Εμφύλιο, που φαινόταν ότι πλησίαζε στο τέλος του, κάνοντας αντιπερισπασμό.
Η Κυβέρνησης απάντησε με την εκτέλεση 74 καταδικασμένων σε θάνατο αριστερών. Μαζί λίγο έλειψε να εκτελεστεί κι’ ο Μανόλης Γλέζος, που με τον πάντοτε αφανή Λάκη Σάντα, την 31 Μαΐου 1941, κατέβασαν την Γερμανική σημαία από τον ιστό της στην Ακρόπολη. Σώθηκε με παρέμβαση Ντε Γκολ.

7.2. Εις υγείαν του Ζαχαριάδη!
Με παρέα φίλων του και γειτόνων αριστερών ο Μήτσος, 1945- 46, «δεξιός», μακάρι όλοι οι δεξιοί να ήσαν σαν αυτόν, έπιναν την ρετσίνα τους ένα θερινό αλλά δροσερό βραδάκι. Κάθονταν γύρω σ’ ένα στρογγυλό τσίγκινο τραπέζι, σε μια γεμάτη, πνιγμένη κυριολεκτικά στα λουλούδια αυλή του σπιτιού ενός απ’ αυτούς. Ο Νικόλας θυμάται μέχρι και  μια πιπεριά μέσα σε γλάστρα. Κατακόκκινες οι πιπερίτσες της, έτοιμες για τη φασολάδα. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε το «Δυο πράσινα μάτια»,  τραγουδάκι που λάτρεψε ο μικρός Νικόλας, έχοντας γίνει διεθνές και τραγουδιόταν από τα συμμαχικά στρατεύματα με τίτλο «Green Eyes» λίγο πριν το τέλος του Πολέμου στην Ευρώπη, κάτι αντίστοιχο με τη «Λιλή- Μαρλέν» της Ζάρα Λεάντερ των Γερμανών. Ψάχνοντας, μεγάλος πια, με το τραγούδι ξεχασμένο,  βρήκε ότι ήταν των Δ. Κατριβάνου και Κ. Κιούση
Υψώνοντας και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους κάποια στιγμή, για να πειράξουν τον Μήτσο,  ευχήθηκαν κοιτάζοντάς τον έντονα:
-  Εις υγείαν του Ζαχαριάδη!
Ο Μήτσος ανταπόδωσε τα βλέμματά τους με αμηχανία, αμίλητος, με το ποτήρι μισοανυψωμένο. Μια απ΄ τις εικόνες -μνημόσυνό του για τον πατέρα του μαζί με άλλες που και σήμερα τον συγκινούν…
Συνάδελφός του, σιδηροδρομικός, ενεργό μέλος του Ε.Α.Μ, σχεδόν γείτονας,  τους επισκέπτονταν συχνά στο σπίτι. Ήθελε να προστατέψει την οικογένεια με την παρουσία του τις μέρες που ακολούθησαν μετά τα Δεκεμβριανά. Συχνά ερχόταν έξω από το παράθυρό τους με ένα τεράστιο τσίγκινο «χωνί»:
-  Προσοχή! Προσοχή!. Εδώ μιλάει το Ε.Α.Μ. !.
Ήσαν οι μόνες λέξεις που θυμάται ο Νικόλας. Συνέχιζε μετά την αναγγελία του με πληροφορίες ή προπαγάνδα.

7.3. Η διάσωση του Αστυνόμου
Μια άλλη του, έντονη εικόνα της ίδιας εποχής ήταν όταν 4- 5 ένοπλοι εαμίτες ντυμένοι παραστρατιωτικά, ο ένας μπαταρισμένος με γάζες στο κεφάλι, λαιμό, μια ωμοπλάτη και μπράτσο, εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας. Βάζοντας ένα πιστόλι στον κρόταφό του πατέρα, μπροστά στην οικογένειά του, τον ρωτούσαν κάτι. Το έμαθε αργότερα, σε μεγαλύτερη ηλικία, από τη Δέσπω:
-  Πού είναι κρυμμένος ο Λέρτας! 
Παροιμιώδης η μακεδονίτικη αταραξία του πατέρα του. Ψύχραιμη η αντιμετώπισή τους μέχρις που έφυγαν άπρακτοι.
Ο Λέρτας, γείτονας, κάθονταν σχεδόν απέναντί τους με την οικογένειά του. Ήταν Αστυνόμος στο κοντινό αστυνομικό τμήμα Κοκκινιάς. Ολιγομίλητος, ήπιος  άνθρωπος, χωρίς κακίες, χωρίς να παίρνει θέση για κάποια από τις δυο παρατάξεις, στόχος των αριστερών σαν αστυνόμος.
Μια ημέρα πριν το επεισόδιο, ο Μήτσος πληροφορήθηκε από αριστερό φίλο του ότι θα συλλαμβανόταν ο Λέρτας από το ΕΑΜ. Το σπίτι του ήταν σε επιτήρηση να συλληφθεί μόλις εμφανιστεί. Η πληροφόρηση από εαμίτη της περιοχής που γνώριζαν τον χαρακτήρα του και θέλησαν να τον διασώσουν. Αυτό σε αντίθεση με τους ηγέτες τους, άγνωστους, που δρούσαν με κομματικές εντολές.
Η Δέσπω ανέλαβε να ενημερώσει τη γυναίκα του, την κυρία Κική. Από φόβο μήπως την υποψιαστούν με την επίσκεψη σπίτι τους, πήρε μαζί της τη σκούρα πράσινη μεγάλη μπουκάλα για το λάδι, απαραίτητο σκεύος της εποχής. Προσποιήθηκε ότι πάει να ζητήσει δανεικό λάδι.  Οι αλληλοδανεισμοί συνηθίζονταν τότε.
Έτσι απέφυγε τη σύλληψη ο αστυνόμος.

Νίκος Δημητρίου Παπαδιονυσίου
6 Σεπ. 2016
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



Δεν υπάρχουν σχόλια: