TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Βρύση: Ποίηση & δημοτικό τραγούδι

Η βρύση στην ποίηση & το δημοτικό τραγούδι
(του αείμνηστου Ζάχου Ξηροτύρη)
 
Οι προγονοί μας έδιναν μεγάλη σημα­σία και αξία στο νερό. Ο σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση «το θείον ύδωρ». Ο Εμπεδοκλής μάλιστα και ένας άλλο σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γέννεσή της από το νερό, ο δε ποιητής Ασκραίος «άρι­στον μεν ύδωρ ο δε χρυσός αιθόμενον ύδωρ». Η χρησιμότητα της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και ως τόπος συναντήσεων, αφού και ο Απόστολος Παύ­λος δίδαξε στη βρύση της Πειρήνης στην Κόρινθο. Και οι Κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι στην Κρήνη της Πειρήνης φιλο­σοφούσαν, στη βρύση αυτή που πήρε το όνομα της από τα δάκρυα της Πειρήνης για τον πρόωρο θάνατο του γιου της.
Την παράδοση αυτή της φιλοσοφίας και διδασκαλίας την έχει απαθανατίσει ο ποιη­τής Ευρυπίδης με τους στίχους του, «διδάσκειν σοφόν αμφί Πειρήνης ύδωρ».
Μα οι βρύσες δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για το λαό, το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθο­νίας και του αστείρευτου πλούτου. Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι έτσι χαραγμένοι που οδηγούν στη βρύση, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό, το δρομάκι θα σε οδηγήσει σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστη­ριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή.
Για το χωριό η βρύση εκτός των άλλων είναι και τόπος συναντήσεως ιδία για τους νέους
«κι αν πας Μαλάμω μ' για νερό και γω στη βρύση καρτερώ...
Και όταν η μοίρα το φέρει και ξενητευτεί ο νιος, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιες
«παν τα κορίτσια για νερό, βρίσκουν τον τόπο αδειανό».
Μόνο στην ξενιτειά δεν υπάρχουν τέτοιες βρύσες, μας το λέει ο ποιητής
δεν θα ιδείς εκεί περίλυπε διαβάτη να τραγουδάει το κρυσταλένιο μας νερό...

Αυτό το κελάρισμα, το τραγούδι της πηγής, τραγούδησε και ο Θεόκριτος στα Ειδύλλια του. Για τους νέους η βρύση στά­θηκε κάποιο ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Η νιότη νιώθει αλλιώς τη ζωή και στο περιβόλι της ψυχής του νέου ριζώνει εύκολα η αγάπη, ο έρωτας.
«Πήγα στη βρύση κι  έκατσα μένα λαμπρό φεγγάρι,
δεν είδα την αγάπη μου νερό ναρθεί να πάρει.
Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου
και μια φορά απτις πολλές που διάβαινε μπροστά μου, ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει,
απόψε στην κρυόβρυση θαρθώ νανταμωθούμε.
Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέ­χει το νεράκι της βρύσης, έτσι οι νιες χαρού­μενες θα πάνε στη βρύση, γιατί ο νιος τις καρτερεί σιγοτραγουδώντας
«ποιος είδε ήλιο τααποβραδίς κι αστρί το μεσημέρι,
ποιος είδε κόρη ανύπαντρη στη βρύση να γεμίζει».
Την αναζητάει τη βρύση και η κόρη και παρακαλεί τη μάνα της να τη στείλει για κρύο νερό
στείλε με μάνα μγια νερό και θα το φέρω δροσερό,
κι αν δεν το φέρω δροσερό τα μάτια μου να μη χαρώ.
Έχει το σκοπό της η κόρη γιατί κι ο νιος εκεί παραφυλάει
απόψε παραμόνευα μένα λαμπρό φεγγάρι,
για να περάσει η αγάπη μου νερό να πάει να πάρει.
Ξέρει κι ο νιος που πάει η αγάπη του
παν τα πουλάκια στις βοσκές
κι η αγάπη μου στη βρύση.
Εκεί κι ο ξενιτεμένος θα την περιμένει να της ζητήσει νερό.
σαράντα τάσια μου ‘δωσε στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στα σαράντα δυό, γυρίζει και τη βλέπω.
   Μιλάει το νερό στη βρύση με τη δική του γλώσσα και γλυκοχαιρετάει με το κελάρυσμά του. Το νερό της βρύσης είναι ποίη­ση. Ποιος ποιητής, ποιος μουσικός, με ποιες λέξεις θα σου τραγουδήσει το τραγούδι της βρύσης. Ποιος ζωγράφος και με τι χρώματα θα ζωγραφίσει τη μαγεία της αδιάκοπης τραγουδίστρας βρύσης. Ζωοδότρα η βρύση, μάζευε ο άνθρωπος κάθε δάκρυ της γης και το ‘κανε βρύση, το διοχέτευε σε μια ξύλινη ή πέτρινη κούπα, φύτευε κάποιο δεντράκι, αν δεν υπήρχε και με τη σκιά των δέντρων και τη δροσιά της βρύσης έκανε την ερημιά όαση. Πόσες φορές διψασμένοι στρατοκόποι στη φλόγα του καλοκαιριού δεν έσβησαν τη φλόγα τους με γάργαρο νεράκι μιας ξύλινης ή από φλούδα έλατου ταπεινής βρυσούλας, που την ανακάλυψε στο δάσος από το μουρμουρητό της τρα­γούδι. Πόσο αξίζει το νερό της; Περισσότε­ρο από χρυσάφι. Ποιος δεν αλλάζει το χρυσό με δυο σταγόνες νερό να σβήσει τη δίψα του στην ερημιά; Δεν είχε άδικο ο διψασμένος Μουσουλμάνος, όπως μας λέει ο μύθος, που έριξε τον κουβά του στο πηγά­δι και έπιασε το χρυσάφι, τον αδειάζει και τον ξαναδειάζει και τον ξαναρίχνει ως που έπιασε νερό, ήπιε και ευχαρίστησε τον Αλάχ.
Γραφικές ήταν οι βρύσες του χωριού πριν σωληνωθεί το νερό και το χώσουμε μέσα σε τσιμεντένιους τοίχους και μολυβέ­νιους σωλήνες, λίγες απόμειναν ακόμη απλές, καλοπελεκημένες ξύλινες και λίγες πέτρινες μορφοπελεκημένες, σωστά μαρ­μαρένια καλλιτεχνήματα. Η βρύση στο χωριό είναι κάτι το ξέχωρο, είναι χτισμένη με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα, του πελεκητή καμάρι και του χωριού στολίδι. Γραφική η βρύση του χωριού, πότε μόνη της τραγουδάει με το τρεχούμενο νεράκι που αναβλύζει από τα σπλάχνα της γης, πότε δυο-δυο οι κούπες, πότε τρεις και πέντε και πότε εφτά μαζί, μα κάθε μια με το δικό της τραγούδι και τους δικούς της μύθους και θρύλους.
Εκεί κοπέλες λυγερές, ψηλές, λιγνές, κοντούλες και γιομάτες, με λαμπαδοχυμένη μέση, γαϊτανοφρύδες και μαυρομάτες, κι' άλλες ξανθές με χρυσανθένιες πλεξούδες.
Νεράιδες σωστές κατηφόριζαν στη βρύση με αλαφιού σβελτάδα. Άλλες με τη βαρέλα στον ώμο, κι άλλες με μπόγο μαλ­λιά και ρούχα για πλύσιμο, όπως τις είδε ο ποιητής, να πλένουν, να λευκαίνουν στα κρύα νερά, στου ήλιου τις αχτίδες και τις τραγούδησε
αχολογάει η ρεματιά, λαμποκοπούν οι βρύσες και πλένουν και λευκαίνουνε στα κρύα τα νερά, του ήλιου τις χρυσές ακτίδες.
Η βρύση δεν ήταν μόνο το «λάλον ύδωρ», αλλά και ποίηση και τραγούδι.

Πηγή: «Στερεά Ελλάς»
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου



Δεν υπάρχουν σχόλια: