Πάσχα της αθωότητας
[Του Βασίλη Κανέλλου]
Κατά το Φλεβάρη, κάποια χρονιά της παιδικής μας ηλικίας, ο νονός του αδελφού μου μάς έφερε ένα αρνάκι. Ένα θηλυκό πλασματάκι, κάτασπρο, με μια μαύρη βούλα στο ένα του αυτί. Οι γονιοί μας τού φτιάξαν ένα κονάκι δίπλα στο κοτέτσι κι εμείς αναλάβαμε να το μεγαλώσουμε. Με το μπιμπερό κι αγελαδίσιο γάλα. Τίνα το βαφτίσαμε. Σαν μπήκε και η άνοιξη για τα καλά, εκεί στα τέλη Μαρτίου, χόρτασε παιχνίδι και φαγητό στο γρασίδι. Το σκασμένο μας τρέλανε με τα νάζια του. Μας περίμενε στην αυλόπορτα όταν γυρίζαμε από το σχολείο. Όσο όμως πλησίαζε η Λαμπρή τόσο μας έπιανε η μελαγχολία. Μαντεύαμε την τύχη του αν και η μάνα μάς διαβεβαίωνε ότι θα το κρατάγαμε για προβατίνα. Κάπως έτσι έφτασε το Μεγαλοβδόμαδο. Το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου το αρνάκι έλειπε.