TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Η παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

 

Η Παλιά Εκκλησία του χωριού Αγίου Γεωργίου Φθιώτιδας

[Του Τάκη Ευθυμίου]

 

Η φωτογραφία έχει κιτρινίσει από τον πανδαμάτορα χρόνο, μα ακόμη ανασαίνει. Στο βάθος, η πλαγιά του Κακόπλαγου σιωπηλή, μάρτυρας μιας εποχής που οι άνθρωποι πάλευαν με τη φτώχεια, μα είχαν ακόμη πίστη. Μπροστά της στέκει η παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ταπεινή, μα ευλογημένη· το πρώτο καταφύγιο των ψυχών των Ζιωψιωτών που κατέβηκαν στα Ισιώματα γύρω στο 1906.

Με κόπο, εράνους και ιδρώτα, έστησαν αυτό το μικρό θαύμα της πέτρας και του ασβέστη. Ο εργολάβος Ιωάννης Δροσόπουλος, οι Γεωργανταίοι που δώρισαν το οικόπεδο, ο παπα-Γεώργης Παπανικολάου που λειτουργούσε από το 1910 ως το 1948, όλοι τους έγιναν ένα σώμα με το εκκλησάκι. Ένα σώμα που άντεξε πολέμους, κατοχές και φωτιές.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Βελούχι - Το βουνό των θρύλων και της λεβεντιάς

 

Βελούχι – Το Βουνό των Θρύλων και της Λεβεντιάς

[Του Τάκη Ευθυμίου]

Αγέρωχο και περήφανο στέκει το Βελούχι, ο Τυμφρηστός, με την κορφή του να χάνεται μέσα στα σύννεφα, λες και συνομιλεί με τους θεούς. Δεν είναι τυχαίο που η μυθολογία το ’δεσε με τον ομώνυμο βασιλιά, γιο του θεοποιημένου Σπερχειού ποταμού. Άλλοι λένε πως το όνομά του το πήρε από το χρώμα της γης του — το χρώμα της τέφρας — κι άλλοι πάλι πως «Βελούχι» στα σλάβικα σημαίνει λευκό βουνό, γιατί τον περισσότερο χρόνο η κορφή του είναι σκεπασμένη με χιόνι. Ό,τι κι αν είναι, τούτο το βουνό κουβαλά στις πλαγιές του ιστορίες και θρύλους, αίμα και δόξα, παράδοση και τραγούδι.

Στις υπώρειες του, στη Βουλγάρα  κάποτε έγινε μάχη φοβερή, τότε που οι Βούλγαροι προσπάθησαν να ξεφύγουν ύστερα από τη σφαγή του Σπερχειού. Μα οι ντόπιοι δεν τους άφησαν να περάσουν κι ο τόπος γέμισε κόκαλα και δόξα ελληνική. Τη μνήμη εκείνης της μέρας τη μνημόνεψε κι ο Παλαμάς στη Φλογέρα του Βασιλιά, επειδή τα βουνά τούτα είδαν το μακελειό και το χάρηκαν, όπως χαίρεται η λεβεντιά τη λευτεριά της.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

ΦΘΙΑ Ύμνος ομηρικός

 

ΦΘΙΑ - Ύμνοσ ομηρικόσ

νθα Φθίη κείται, πολυλήϊος κα εανδρος,
ν κόλπ γαίης Φθιώτιδος, π θρυν τε κα Οίτην απύν,
μητρόπολις Μυρμιδόνων, νδρν σπίδι χαλκεί
τέρπονται πολέμοιο κα λκς καμάτου.

Ο χρυσς ν Φθί πολς οδ ργύρου θαμα,
λλ ρετ κα κλέος παλαιν προγόνων νεστιν.
Τείχεα δ οχ ψηλ κα ορανν μφιβαίνοντα,
λλ στερε λίθοισι, μένοντα κα ν χαλεπ νέμ·
ς τε κα νδρες ασι, βραχίονες ερυμέτωποι,
σιγ μλλον λόγ χαίροντες γορήν.

ν μέσ δ ρα οκος Πηλος ρωος στη,
αλα ερύχωροι, πατημέναι ποσσ γενεν,
νθα ποτ χιλλες, πόδας κς μύμων,
πας τι νήπιος ν δόρυ σκιρτν διδάσκετο,
κα Θέτις ργυρόπεζα, θε λιγενεία,
νύκτας μφιπολεύουσα μινύριζε γόον ανόν,
μοραν δυρομένη, τν οδ θάνατοι λύουσιν.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Το Χάνι του Γιώργου Κίτσου στο Νεοχωράκι

 

Το Χάνι του Γιώργου Κίτσου στο Νεοχωράκι

[Του Τάκη Ευθυμίου]

Στο μικρό Νεοχωράκι της Φθιώτιδας, ανάμεσα στις κατάφυτες πλαγιές και τα λιθόστρωτα μονοπάτια που οδηγούσαν από τη Λαμία προς το Καρπενήσι, στεκόταν ένα χάνι, λιτό και φιλόξενο, που άνοιγε τις πόρτες του σε ταξιδιώτες κουρασμένους από τα βουνά και τις κακοτράχαλες διαδρομές. Το Χάνι του Γιώργου Κίτσου ήταν ένας κόσμος από μόνο του, όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και η ζεστασιά της οικογένειας έδινε παρηγοριά στους περαστικούς.

Ο Γιώργος Κίτσος ήταν ένας άντρας με αυστηρό βλέμμα και καλοσυνάτη καρδιά. Στο πρόσωπό του, οι βαθιές γραμμές μαρτυρούσαν χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης στους ταξιδιώτες που περνούσαν από την πόρτα του. Φορούσε πάντα το παραδοσιακό καπέλο του, και το μουστάκι του, προσεκτικά χτενισμένο, προσέθετε μια αίσθηση σεβασμού και αξιοπρέπειας. Δίπλα του, η γυναίκα του ήταν η αθόρυβη δύναμη του χανιού, η καρδιά που κρατούσε ζεστό το σπίτι και τη φωτιά στο τζάκι. Τα μαλλιά της, πλεγμένα με λεπτή δαντέλα, και τα ήρεμα μάτια της έδιναν μια αίσθηση γαλήνης στους ταξιδιώτες που έβρισκαν καταφύγιο εκεί.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Η Μεταξοτροφία στα Πολιτοχώρια

 

Η Μεταξοτροφία στα Πολιτοχώρια - Το μεταξένιο νήμα της μνήμης

[Του Τάκη Ευθυμίου, δασκάλου συγγραφέα]

Σ

τις παρυφές του Τυμφρηστού, εκεί όπου τα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας απλώνουν τις πέτρινες αυλές τους ανάμεσα σε πλατύφυλλες μουριές, κάποτε αντηχούσε το θρόισμα ενός ιδιαίτερου μόχθου· του μόχθου της μεταξοτροφίας. Τα Πολιτοχώρια. έτσι ονομάστηκαν επειδή οι κάτοικοί τους ξενιτεύονταν στην Πόλη, την Κωνσταντινούπολη, έκρυβαν μέσα τους μια σπάνια τέχνη: την τέχνη του μεταξιού. Μια τέχνη που ταξίδεψε από τη Μικρά Ασία, διασώθηκε μέσα από διωγμούς, κι έπλεξε το νήμα της ζωής σε τούτα τα φθιωτικά χώματα.

Από τα χρόνια τα παλιά, οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων του Αγίου Γεωργίου, της πρώην Ζιώψης, ήρθαν από τα μέρη της Θεοδοσιούπολης, της σημερινής Ερζερούμ, και κουβάλησαν μαζί τους όχι μόνο τη μνήμη της πατρίδας, μα και τη γνώση της μεταξοσκωληκοτροφίας. Στις αποσκευές τους δεν είχαν πλούτη, παρά λίγους σπόρους, ένα σεντούκι πίστης και την τέχνη να κάνουν το φύλλο τής μουριάς χρυσάφι. Από αυτούς τους πρόσφυγες προήλθαν οι Θεοδοσοπουλαίοι, που με το κουράγιο και την επιμονή τους ρίζωσαν ξανά, καλλιεργώντας μουριές και αναθρέφοντας τα μικρά σκουλήκια του μεταξιού σαν παιδιά τους.