ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΑΜΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ
"Στον τόπο μας δεν ζουν ποτέ οι στενόκαρδοι μήτε της πολιτείας οι ψόφιοι ευνούχοι, κορμαστασιά η ζωή μας παίρνει απ' τον έλατο κι ο νους μας αστραπές απ' το Βελούχι" ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ
Η Παλιά Εκκλησία του χωριού Αγίου Γεωργίου Φθιώτιδας
[Του Τάκη Ευθυμίου]
Η φωτογραφία έχει κιτρινίσει από τον πανδαμάτορα χρόνο, μα ακόμη ανασαίνει. Στο βάθος, η πλαγιά του Κακόπλαγου σιωπηλή, μάρτυρας
μιας εποχής που οι άνθρωποι πάλευαν με τη φτώχεια, μα είχαν ακόμη πίστη.
Μπροστά της στέκει η παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ταπεινή, μα ευλογημένη·
το πρώτο καταφύγιο των ψυχών των Ζιωψιωτών που κατέβηκαν στα Ισιώματα γύρω στο
1906.
Με κόπο, εράνους και ιδρώτα, έστησαν αυτό το μικρό θαύμα της πέτρας και του ασβέστη. Ο εργολάβος Ιωάννης Δροσόπουλος, οι Γεωργανταίοι που δώρισαν το οικόπεδο, ο παπα-Γεώργης Παπανικολάου που λειτουργούσε από το 1910 ως το 1948, όλοι τους έγιναν ένα σώμα με το εκκλησάκι. Ένα σώμα που άντεξε πολέμους, κατοχές και φωτιές.
Βελούχι – Το Βουνό των Θρύλων και
της Λεβεντιάς
[Του Τάκη
Ευθυμίου]
Αγέρωχο και
περήφανο στέκει το Βελούχι, ο Τυμφρηστός, με την κορφή του να χάνεται μέσα στα
σύννεφα, λες και συνομιλεί με τους θεούς. Δεν είναι τυχαίο που η μυθολογία το
’δεσε με τον ομώνυμο βασιλιά, γιο του θεοποιημένου Σπερχειού ποταμού. Άλλοι
λένε πως το όνομά του το πήρε από το χρώμα της γης του — το χρώμα της τέφρας —
κι άλλοι πάλι πως «Βελούχι» στα σλάβικα σημαίνει λευκό βουνό, γιατί τον
περισσότερο χρόνο η κορφή του είναι σκεπασμένη με χιόνι. Ό,τι κι αν είναι,
τούτο το βουνό κουβαλά στις πλαγιές του ιστορίες και θρύλους, αίμα και δόξα,
παράδοση και τραγούδι.
Στις υπώρειες του, στη Βουλγάρα κάποτε έγινε μάχη φοβερή, τότε που οι Βούλγαροι προσπάθησαν να ξεφύγουν ύστερα από τη σφαγή του Σπερχειού. Μα οι ντόπιοι δεν τους άφησαν να περάσουν κι ο τόπος γέμισε κόκαλα και δόξα ελληνική. Τη μνήμη εκείνης της μέρας τη μνημόνεψε κι ο Παλαμάς στη Φλογέρα του Βασιλιά, επειδή τα βουνά τούτα είδαν το μακελειό και το χάρηκαν, όπως χαίρεται η λεβεντιά τη λευτεριά της.
ΦΘΙΑ - Ύμνοσ ομηρικόσ
Ἔνθα Φθίη κείται, πολυλήϊος καὶ εὔανδρος,
ἐν κόλπῳ γαίης Φθιώτιδος, ὑπ᾽ Ὄθρυν τε καὶ Οίτην αἰπύν,
μητρόπολις Μυρμιδόνων, ἀνδρῶν ἀσπίδι χαλκείῃ
τέρπονται πολέμοιο καὶ ἀλκῆς ἀκαμάτου.
Οὐ χρυσὸς ἐν Φθίῃ πολὺς οὐδ᾽ ἀργύρου θαῦμα,
ἀλλ᾽ ἀρετὴ καὶ κλέος παλαιῶν προγόνων ἔνεστιν.
Τείχεα δ᾽ οὐχ ὑψηλὰ καὶ οὐρανὸν ἀμφιβαίνοντα,
ἀλλὰ στερεὰ λίθοισι, μένοντα καὶ ἐν χαλεπῷ ἀνέμῳ·
ὥς τε καὶ ἄνδρες ἔασι, βραχίονες εὐρυμέτωποι,
σιγῇ μᾶλλον ἢ λόγῳ χαίροντες ἀγορήν.
Ἐν μέσῳ δ᾽ ἄρα οἶκος Πηλῆος ἥρωος ἔστη,
αὐλαὶ εὐρύχωροι, πατημέναι ποσσὶ γενεῶν,
ἔνθα ποτ᾽ Ἀχιλλεὺς, πόδας ὠκὺς ἀμύμων,
παῖς ἔτι νήπιος ὢν δόρυ σκιρτῶν ἐδιδάσκετο,
καὶ Θέτις ἀργυρόπεζα, θεὰ ἁλιγενεία,
νύκτας ἀμφιπολεύουσα μινύριζε γόον αἰνόν,
μοῖραν ὀδυρομένη, τὴν οὐδ᾽ ἀθάνατοι λύουσιν.
Το Χάνι του Γιώργου Κίτσου στο Νεοχωράκι
[Του Τάκη Ευθυμίου]
Στο μικρό Νεοχωράκι της Φθιώτιδας,
ανάμεσα στις κατάφυτες πλαγιές και τα λιθόστρωτα μονοπάτια που οδηγούσαν από τη
Λαμία προς το Καρπενήσι, στεκόταν ένα χάνι, λιτό και φιλόξενο, που άνοιγε τις
πόρτες του σε ταξιδιώτες κουρασμένους από τα βουνά και τις κακοτράχαλες
διαδρομές. Το Χάνι του Γιώργου Κίτσου ήταν ένας κόσμος από μόνο του, όπου ο
χρόνος κυλούσε πιο αργά και η ζεστασιά της οικογένειας έδινε παρηγοριά στους
περαστικούς.
Ο Γιώργος Κίτσος ήταν ένας άντρας με αυστηρό βλέμμα και καλοσυνάτη καρδιά. Στο πρόσωπό του, οι βαθιές γραμμές μαρτυρούσαν χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης στους ταξιδιώτες που περνούσαν από την πόρτα του. Φορούσε πάντα το παραδοσιακό καπέλο του, και το μουστάκι του, προσεκτικά χτενισμένο, προσέθετε μια αίσθηση σεβασμού και αξιοπρέπειας. Δίπλα του, η γυναίκα του ήταν η αθόρυβη δύναμη του χανιού, η καρδιά που κρατούσε ζεστό το σπίτι και τη φωτιά στο τζάκι. Τα μαλλιά της, πλεγμένα με λεπτή δαντέλα, και τα ήρεμα μάτια της έδιναν μια αίσθηση γαλήνης στους ταξιδιώτες που έβρισκαν καταφύγιο εκεί.
Η Μεταξοτροφία στα Πολιτοχώρια - Το
μεταξένιο νήμα της μνήμης
[Του Τάκη Ευθυμίου, δασκάλου συγγραφέα]
|
Σ |
Από τα χρόνια τα παλιά, οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων του Αγίου Γεωργίου, της πρώην Ζιώψης, ήρθαν από τα μέρη της Θεοδοσιούπολης, της σημερινής Ερζερούμ, και κουβάλησαν μαζί τους όχι μόνο τη μνήμη της πατρίδας, μα και τη γνώση της μεταξοσκωληκοτροφίας. Στις αποσκευές τους δεν είχαν πλούτη, παρά λίγους σπόρους, ένα σεντούκι πίστης και την τέχνη να κάνουν το φύλλο τής μουριάς χρυσάφι. Από αυτούς τους πρόσφυγες προήλθαν οι Θεοδοσοπουλαίοι, που με το κουράγιο και την επιμονή τους ρίζωσαν ξανά, καλλιεργώντας μουριές και αναθρέφοντας τα μικρά σκουλήκια του μεταξιού σαν παιδιά τους.