TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

"Καφέ Αμάν"


«ΚΑΦΕ-ΑΜΑΝ»
         «Ο ΠΟΛΥΦΕΡΝΟΣ …ΜΑΚΑΜΙΚΟΣ… ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ!
[Γράφει ο Μπάμπης Κ. Μώκος]
Πηγή φωτο: https://www.google.com/search?q=αμανές&safe
    
           «Κείνο τ’αστέρι το λαμπρό που πάει κοντά στην πούλια,
           ‘κείνο μου φέγγει κι’ έρχομαι, Δέσπω μου, στην αυλή σου.
           Βρίσκω την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
           Δέσπω μου, σκύβω φ ιλώ την κλειδωνιά, θαρρώ φιλώ εσένα!».

  Καφέ-Αμάν.Τραγούδια λαγγεμένα, μακρόσυρτα, της ρίζας μας πολλά της ανατολικής νωχελικής ρυθμικής νοοοτροπίας,αλλά και του κεφιού, του γλεντιού, με αρχή τα «ταραπεζάδικα» (τα ονομαστά παραδοσιακά τραγούδια της τάβλας). Ύστερα τα μελισματικά, των μερακλήδων μέχρι και τους γιαρέδες και τους  αμανέδες. Αρχή με μελωδίες και ρυθμούς της στεριανής Ελλάδας και οι μουσικοί δεξιοτέχνες. ’Εκφραση με μουσικές ανάμικτες, χρόνο με τον χρόνο, απ’ όλες τις ράτσες, όλες τις …πάντες γειτονικών λαών και ανθρώπων  με τα λεγόμενα μουσικά δάνεια και …αντιδάνεια, με προσήλωση και σεβασμό στα Μακάμ.
  Τα βασικά: Ένα βιολί, ένα ούτι, το κανονάκι, ένα σαντούρι, το κλαρίνο, τα …κρουστά-τα τούμπανα και …μικροτάμπουρλα για το …ίσο και τον ρυθμό.
  Στα Γιάννενα, στο περίφημο «Γυαλί Καφενέ», γίνονται τα γλέντια των γηγενών, αυτών που ετοιμάζονται να ξενιτευτούν και γιορτάζουν  τα «ξεχωρίσματα» …Πανηγύρι, όπου δίνουν  και παίρνουν τα λεγόμενα «στιχοπλάκια». Δίστιχα αυθαίρετα στιγμιαίας επινόησης και ύστερα τραγούδι και χορός ατέλειωτος από τους ντόπιους μάγκες και ασίκηδες, τους Παντίδους και τους Καραμπέρηδες, όπως τους λένε οι ντόπιοι…
   Και κάθε Σεπτέμβρη –του Σταυρού- ξεκινούν τα λεγόμενα «καραβάνια» με τους μετανάστες και οδηγούς τους Καραβανάρηδες. Ονομαστοί «καραβανάρηδες» είναι ο Ρόβας και ο Σίνας. Σταθμοί αναχώρησης τα Γιάννενα, το Ζαγόρι, η Κοζάνη, τα Γρεβενά και Θεσσαλονίκη. Το ταξίδι μέχρι τα …μέσα Βαλκάνια δύσκολο …κοντά 40 μερόνυκτα!. «Σαράντα μέρες εκάμαμεν όπου να φθάσωμεν στην έρμη τη Βλαχιά, στο Βουκουρέστι!». Ημερήσια οδοιπορία 10 ώρες και διανυκτέρευση στα Χάνια, τα ονομαστά «Καραβάν Σαράγια», όπου αποβραδίς στήνονται τα γλέντια. Το μεγαλύτερο Χάνι στο Βουκουρέστι είναι το «Γκρέτσι» και ανήκει σε Έλληνα Ηπειρώτη. Ως εδώ τα όργανα είναι ένα ούτι, ένα βιολί, ένα κλαρίνο και ο μαέστρος που ξεχωρίζει Μακαμίστας.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

"Οι πέντε μάγκες του Περαία"

«ΟΙ …ΠΕΝΤΕ ΜΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΙΑ!»  
(Που δεν ήταν …πέντε !)
Γράφει ο Μπάμπης Κ. Μώκος
 
 Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας, Μαρίνος Βογιατζής ή Μουστάκιας και Μούργος,
στην Τρούμπα) Πηγή φωτο: http://kostasbobos.blogspot.gr/2014/09/blog-post.html

Το όργανο ήταν περίεργο. Κάτι ανάμεσα σε σάζι, ταμπουρά  σαν αχλαδόσχημο. Και ήταν μοναδικό. Όπως μοναδικός ήταν και ο Γιοβάν Τσαούσης. Είχε, λέει, βάλει στο όργανο αντί για “μάνικο”, ταστιέρα από κανονάκι. Μόνο ο ίδιος μπορούσε να το παίξει. Γι’ αυτό ήταν και ο μοναδικός!  Όταν στην Κρεμμυδαρού, ανάμεσα σε …πιοτά και …λιβάνια …σκάλωνε το μυαλό του και …«παιχνίδιζε» περπατώντας πάνω σε …δρόμους μυστήριους και άγνωστους για τους πολλούς όλοι οι τριγύρω από θαυμασμό κάναν …τουμπεκί. Έπαιζε για πάρτη του και την παρέα του. Ποτέ δεν ανέβηκε σε πάλκο.
Και είχε πει το αμίμητο:» «Δεν θα παίζω εγώ για να χορεύουν οι πουτάνες !...»
Από την Κασταμονή, του Πόντου, μέχρι την Σουλτάνικη αυλή  του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄ κι από ’κεί στην Κρεμμυδαρού και τα Λεμονάδικα, όταν σαν παλιός ράφτης …κεντούσε την πενιά με έναν τρόπο περίεργο, γλυκό, ιδιόμορφο, ήταν σαν να κατέβαιναν απ’ τον ουρανό οι …άγγελοι και τον άκουγαν. Κι’ αυτό γιατί ο ίδιος, μόνον αυτός, έπαιζε …αγγέλους! Ο Τσαούς δεν το έπαιζε το όργανο, το …κατάπινε, καθώς διηγόταν αυτοί που τον γνώριζαν. 

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Η ρεμπέτικη γλώσσα

«Η ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΡΕΜΠΕΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ»
[Γράφει ο Μπάμπης Κ. Μώκος]

Λέξεις κρυφές και άγνωστες για τους πολλούς, για υπογείως μυημένους, πάνω σε μια γραμμή λιτή, περιορισμένη σε τρείς-τέσσερις φθόγγους το πολύ, που μιλούσαν για καιρούς και ανατάραζαν καημούς ανικανοποίητους. Που εδραίωναν ένα είδος λόγου του ταπεινού και της αυτογνωσίας.
Λόγου που είναι σε θέση να εκφράζει μέχρι τις ημέρες μας, τα μύρια όσα  ακριβά μας κληρονόμησαν οι… δάσκαλοι των σεμνών καιρών.
Λέξεις που τραβούσαν γραμμή ροής ίσια και σχηματοποίησαν επιρροή πανάκριβη για τον πολιτισμό μας. Λέξεις δυσνόητες, ακαταλαβίστικες για τους πολλούς, μα κτήμα εκφραστικότητας, παρασημαντικό μεν, αλλά γνήσια εννοιολογικό για θύμησες και… επιθυμίες, μεράκια, λάθη, πάθη, αδυναμίες, αμαρτίες. Σαν μια ευγενική μουσική χειρονομία, που σημάδεψαν και… περιφρονούσαν τον χρόνο. Σπέρματα ουσίας στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας.
Η αποδελτίωση γλωσσικών στοιχείων του ρεμπέτικου τραγουδιού έχει μεγάλη συνάφεια με αυτό καθεαυτό το DNA της βιωματικότητας των ρεμπετών από τα πρώτα χρόνια εμφάνισής του ως πρωτόλειου αυτοσχεδιαστικού μέλους (Μεντρεσές), έως την Πόλη, την  Σμύρνη και πιο ύστερα την ελληνική αστική ενδοχώρα.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Μαγκιά και Λαϊκό τραγούδι

«ΜΑΓΚΙΑ!» ΚΑΙ «ΛΑΪΚΟ ΑΣΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ»
[Του Μπάμπη Κ. Μώκου] 
 «Μάγκας θα πεί: Μια… οκά φιλότιμο κι’ ένα …παπόρο  μπέσσα»
                                                                                            Μάρκος
Μαγκιά! Τι είναι μαγκιά; Τα λεξικά …ζαλίζονται …Αδυνατούν να προσδιορίσουν ετυμολογικά τη λέξη. Εννοιολογικά, χρηστικά οι ερμηνείες δίνουν και παίρνουν. Ο καθένας προσδιορίζει αντιλαμβάνεται τον όρο κατά πως τον …βολεύει, τον εξυπηρετεί, κυρίως επιδεικτικά και εγωκεντρικά. Άλλωστε ο εγωταυρισμός είναι με τον Έλληνα σύμφυτος.  Αν αποπειραθούμε απλή ερμηνευτική θεώρηση, έξω από σχολαστικισμούς, μαγκιά θεωρείται η στάση, η συμπεριφορά του μάγκα.
Όλα αυτά έχουν την εξήγησή τους, γιατί με τη λέξη, ως τα σήμερα, οι πλειονότητα θεωρεί την «μαγκιά» ταυτισμένη με την ιδιαίτερα …εξυπνακίστικη συμπεριφορά που υπερβαίνει την απλή, συνήθη εκδηλωτική διάθεση του κοινού νου, καταφέρνοντας, επιχειρώντας να εφευρίσκει, να υποδηλοί, να επιδεικνύει και, εν τέλει, να εφαρμόζει λύσεις «πρωτότυπες», αλόγιστες, πρωτοφανείς, αδιάκριτα ευχερείς και, εν πολλοίς, ημινομιμοφανείς.
Πολλοί ανέκαθεν γι’ αυτό ταυτίσουν την μαγκιά με την …κομπίνα, τη λοβιτούρα, τον δόλο τη …λαμογιά, τον υπέρτατο σαχλό εγωκεντρισμό και βέβαια την ύποπτη θρασυδειλία.  Κατά την άποψή μου, μαγκιά είναι ο καθαρός, ευθύς λόγος, να είσαι στις εξηγήσεις σου «σπαθί», απλός, ευγενικός, συνετός, ειλικρινής, ανιδιοτελής και προ πάντων έντιμος και αλληλλέγγυος απέναντι στους συνανθρώπους σου.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Το ζεϊμπέκικο

«Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ… ΟΙΜΩΓΗ!  ΚΑΙ… ΚΑΘΑΡΣΗ!»
«ΤΟ… ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ!»
Γράφει ο Μπάμπης Κ. Μώκος
                                                       «Γύρω γύρω το σκοτάδι
                                                       κι’ είναι μήνας Αύγουστος.
                                                       Και στη μέση ένας μάγκας
                                                       να χορεύει μεσ’ το φως.
                                                                              *
                                                       Τα ’χει χάσει, όλα
                                                       κι’ ήτανε σε όλα,
                                                       άρχοντας και δυνατός.
                                                       Τώρα πώς  γυρίζει
                                                       στο χορό λυγίζει
                                                       είναι μόνος και φτωχός».
                                                                       (Νίκος Ξυδάκης)

«Ίζημα»  απόλυτου ελληνικού σκιρτήματος και βαθύ  αποτύπωμα αποτελεί  ο Ζειμπέκικος στη χώρα και  γ ι α  τη χώρα. Ένας χορός που  εκτιμήθηκε και παραμένει υιοθετημένος από τον Έλληνα  σαν βασική κατάθεση εκδηλωτικής ταυτότητάς του ως τα σήμερα.
Μια μουσική γλυκόπικρη σημειογραφία και όχι μόνον. Μια ευάριθμη μουσικοχορευτική έξαρση. Το «αθάνατον σκέλος», το «πνεύμα υπείροχον» της ελληνικότητας. Χορός αμηχανίας, ανησυχίας, δυσφορίας  βαθειά προσωπικής  και ανθρώπινης. Ανεξερεύνητη ψυχοσυνθετικά απόδραση, με προσδοκώμενο την επίγεια αθανασία! Χορός …καμάρι, περήφανος, ταυτισμένος με του Ελληνικού λαού τα βάσανα και  το… μπόι. Ενός λαού που ενώ κάθε φορά βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, στοιχειοθετεί το υπέρτατο… τάνυσμα, να απελευθερωθεί, να πετάξει. Μοναδικό στοιχείο της …ύφαλης μήτρας του Ελληνισμού, απόλυτα συνδεδεμένο  με την αρχαιοελληνική λυρική και «καθ’ όρχησιν» ελληνικότατη ρίζα. Η ζωντανή αρχαία Ελλάδα των ημερών μας.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Μάρκος ο... Πατριάρχης

ΜΑΡΚΟΣ: «Ο… ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ»
Ο τελευταίος… «Ραψωδός»
[Του Μπάμπη Κ. Μώκου]

Πέρασαν  κι όλας 110 ολόκληρα χρόνια από τότε. Όπου στη Συριανή συνοικία Σκαλί γεννήθηκε ο Μάρκος. Κι ύστερα ο Περαίας. Μια ζωή σαν παραμύθι. Με τις χαρές, τις διώξεις, τους αφορισμούς, τις λύπες, τις αναποδιές, τη φτώχεια, το παράπονο, τις προσβολές, την αγνωμοσύνη, την ταλαιπώρια, αλλά και τις …γυναικοδουλειές, τη  δόξα  και, τέλος, την καταξίωση!...
Διάφοροι μουσικοειδικοί, αναφερόμενοι  στον Μάρκο Βαμβακάρη τον αποκαλούν πρωτοπόρο, «Πατριάρχη». Και έχουν δίκιο. Αυτός ο σχεδόν  αγράμματος  άνθρωπος (είχε μόλις πάει τέσσερις τάξεις στο σχολείο), υπήρξε σαφώς μουσική ιδιοφυία. Eίναι και ο λόγος που στην ερασιτεχνική παρεΐστικη μουσική διασκέδαση  τα τραγούδια του έχουν θέση πρωτεύουσα. Από τη μια το λιτό, αλλά και  απέριττο χωρίς  καρικατούρες ιδιόμορφο παίξιμό του  και από  την  άλλη  ο  μεστός  στίχος των δημιουργημάτων του, αιτιολογούν  την εκτίμηση  που  του  έχει η  μουσικολογία, αλλά  και άτομα συνήθη με το απλό λαϊκό αισθητήριο. Όσο απλός είναι στη μουσική εκφραστική, τόσο  σπουδαίος  και  ευρηματικός είναι στο στίχο του.
Υπάρχουν δίστιχα και τραγούδια του ακόμα και σήμερα σε πολλούς άγνωστα. Πρόκειται για στιχουργικά «αμαλγάματα»:
                                           «Άσπρα τα ρούχα που φορείς
                                           άσπρη κι’ η φορεσιά σου
                                           κι΄ άσπρα λουλούδια πέφτουνε
                                           απ’ την περπατησιά σου»!..
                                                          *
                                           «Ποθαίνω εξ αιτίας σου
                                           στον Άδη κατεβαίνω.
                                           Στο σκοτεινό κριτήριο
                                           εκεί σε περιμένω»!...
Αναντίρρητα, στο Λαϊκό Αστικό Τραγούδι ο Μάρκος είναι η… Βάση και ο Τσιτσάνης η… Κορυφή. Αλλά χωρίς βάση, υπάρχει κορυφή;

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Ο ρεμπέτης του Μισισσιπή

«Ο…ΡΕΜΠΕΤΗΣ  του… ΜΙΣΙΣΣΙΠΗ»
[Του Μπάμπη Κ. Μώκου] 

Στον ουρανό, εκεί ψηλά, όταν οι… Άγγελοι θέλουν να… κλάψουν ή να …γουστάρουν, δυο ανθρώπους ακούνε. Ή Βαμβακάρη ή Β.Β.- KING… Κι αφού ο Μάρκος εκεί πάνω, εδώ και χρόνια… ετοίμαζε τα… δέοντα, κάλεσε προχθές και τον… φίλο του να στήσουν …πάλκο  στα …σύννεφα. Να πουν τραγούδια της φτώχειας, του παράπονου, της ανθρώπινης αγωνίας, να θυμηθούν και να τιμήσουν τη ρίζα τους. Ο ένας τον Πειραιά κι ο άλλος τις φτωχογειτονιές και τις όχθες του Δέλτα του  Μισισσιπή. Πιάστηκαν λοιπόν χέρι-χέρι και ήδη περπατούν, ο ένας στο …καντίνι κι ο άλλος στην «τρίτη» αμίμητη χορδή της πολυαγαπημένης του Lucille. Ο ένας με τα καραντουζένια του κι ο άλλος να πατά το 10ο, 11ο και  12ο   τάστο της ονομαστής κατάμαυρης γυαλιστερής  Gibson ,ώστε να βγαίνει ο ήχος ανεπανάληπτος, πονεσιάρης, γλυκός και μακρόσυρτος. Να σε ταξιδεύει, να νιώθεις το αεράκι ανάμεσα στα γερμένα στάχυα, περιδιαβαίνοντας τις απέραντες φυτείες του Μισισσιπή.
Και οι δυο με φωνή μυστήρια, πριονάτη, όλο γρέζι, πόνο και παράπονο. Και οι δυο ασματόροι της λαϊκής ψυχής, δικαστές του άδικου και της ανθρώπινης καταφρόνιας. Με τον τρόπο τους και οι δυο …ρεμπέτες.
Ο ένας  «Πατριάρχης» του Λαϊκού Αστικού μας Τραγουδιού κι ο άλλος εμβληματικός, θρύλος, βασιλιάς της Λαϊκής μουσικής των Αφροαμερικάνων. Ο ένας με τα βυζαντινά μακάμια και τα πειραιώτικα ταξίμια κι ο άλλος με το μυαλό και την ψυχή του σε πρότερα ακούσματα από τους Τ. Μπόουν Γουόκερ, Λόνι Τζόνσον και Τζάγκο Ράινχαρτ, που τα αγάλιασε, τα εξέλιξε, τα εκλαίκευσε, τα εμπλούτισε, ώστε να τους δώσει χαρακτήρα και εκφραστικότητα που μόνον εκείνος γνώριζε. Έτσι και αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες στον κόσμο, μαζί με τον Τζίμι  Χέντριξ και τον Ντουέιν Άλμαν.
Ήταν κάπου στα 1949 στο Μέμφις, όταν για να εξοικονομήσει τα απαραίτητα έκανε τον «disce jockey» και οι φίλοι του τον αποκαλούσαν  «beale street blues boy». Από εκεί του έμεινε και το   B.B. KING.
Συνεργάστηκε με …τέρατα της μουσικής, όπως οι Rolling Stones, οι YΟΥ ΤΟΥ, ο  Eric Clapton(Rinding With The King) και βέβαια με όλους σχεδόν τους περίφημους παλιούς μπλουζίστες, όπως   o John Lee Hooker κ.α.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Κλαρίνο το εξαίσιο

 « ΚΛΑΡΙΝΟ  το  ΕΞΑΙΣΙΟ »
[Του Μπάμπη Κ. Μώκου]
«Οι τρύπες στο κλαρίνο του Πετρο-Λούκα, είναι γκρεμοί που χάσκουν ανοιχτοί, γιομάτοι ξενιτεμένους, μαστόρους της πέτρας, ξερόβραχους, μαυροφορεμένες μάνες, παράπονο και καημούς».   
                                       
Από τους αρχαϊκούς αυλούς μέχρι το 1690 που «πρωτοβρέθηκε» και καθιερώθηκε το κλαρίνο, η διαπεραστικότητα, το ηχόχρωμα  τού συγκεκριμένου όργανου αποτέλεσε ιδιαίτερο μέσο μουσικής ,αρχικά λόγιας και, στο πέρασμα του χρόνου, δημώδους εκφραστικότητας που «τσιμπάει» το ανθρώπινο συναίσθημα και πότε το καταλαγιάζει, πότε το αναστατώνει… συνεγείροντας τον ανθρώπινο ψυχισμό, συντείνοντας στης ψυχής το…  αλάφρωμα.
Με ιστορία μακρά στη δυτική αρχικά μουσική, κατηφορίζει προς τη νότια ευρωπαϊκή ζώνη, όπου σε κάθε τοπωνύμιο, παίζεται με τρόπο που να προσιδιάζει χρηστικά στα μουσικά ήθη κάθε τοπικού πληθυσμιακού στοιχείου.
Εξελικτικά διαμορφώνεται  μέχρι το Βυζάντιο και ως τα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα, φθάνοντας εν τέλει στη χώρα μας να αντικαταστήσει τη βουκολική φλογέρα, την τσαμπούνα, την πίπιζα, την τζαμάρα και  τους ζουρνάδες.
Πρώτα ακούσματα κλαρίνου συναντώνται στον ελληνικό χώρο στα Γιάννενα και συγκεκριμένα στην Αυλή του Αλή Πασά, από Ηπειρώτες δεξιοτέχνες. Λίγο πιο πριν το έχουν φέρει από την Πόλη τσιγγάνοι περιπλανώμενοι μουζικάντες.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Κοσμικό Βυζάντιο

Κ Ο Σ Μ Ι Κ Ο  Β Υ Ζ Α Ν Τ Ι Ο
H «ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ» ΜΟΥΣΙΚΗ
[του Μπάμπη Μώκου]
Το «οινικόν, περίοπτον ες Ρωμανίαν  ορίζεται»= Το κρασί θεωρείται σπουδαίο στο Βυζάντιο. Απέραντες εκτάσεις με αμπελώνες, κύρια καλλιεργούμενες από μοναχούς παράγουν εκλεκτά κρασιά. Την αμπελουργία  θεράπευαν πρωταρχικά  οι μοναχοί θεωρούντες το κρασί ως «έτερον της αγίας κοινωνίας λατρευτόν στοιχείον κατά πρόσμειξιν».
      Και οι απλοί όμως λαϊκοί κατείχαν μεγάλες εκτάσεις αμπελιών. Άλλωστε το Βυζάντιο έκανε και εξαγωγή κρασιών. («Μεγίστην τοις άλλοις οινικήν καπηλείαν*  διέθετεν».).
      Οι Βυζαντινοί όπως θα λέγαμε σήμερα ήταν «κρασοκανάτες». Σε κάθε ανεπίσημο ή επίσημο γεύμα η δείπνο το κρασί ήταν απαραίτητο. Στις παρέες , στα μιμαρεία*, στα καπηλειά*, στις πλατείες κατανάλωναν ποσότητες «οίνου εν θέρμη» (έπιναν πάντα το κρασί ζεστό) και ποτέ νερωμένο.
     Είναι περίφημο και ονομαστό το είδος «Κόνδικτος» (Κρασί με μέλι και πιπέρι). Ονομαστό θεωρούσαν  και είδος κρασιού με το όνομα «Μαλβαζίας οίνος», συγγενές  προς  τον «Ιπποκράτειον Οίνον» των αρχαίων Ελλήνων. Είχαν πάντως την προνοητικότητα πριν πιούν να καταναλώνουν διάφορες τροφές και κυρίως ωμό κραμβολάχανο  και πικραμύγδαλα για να μη μεθούν.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Μάγκες & ...Κουτσαβάκια (3)

ΜΑΓΚΕΣ και ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ (Η …ΔΙΑΦΟΡΑ) (3)
-Περιοδολόγηση στο Λαϊκό Αστικό Τραγούδι-
[Του Μπάμπη Κ.  Μώκου]
Πληθώρα λαογράφων, Αθηναίων κυρίως, αναφέρονται σε σχέση   με τα παραπάνω και προσδιορίζουν την «μαγκιά» σαν νοοτροπία, μοντέλο αναβίωσης του «κουτσαβακισμού». Άλλο όμως μάγκας και άλλο κουτσαβάκι, καμιά σχέση. Ο μάγκας έχει μπέσα. Τα κουτσαβάκια όχι. Ποτέ οι μάγκες δεν χρησιμοποιούν τη λέξη  «κουτσαβάκι» με την θετική έννοια.
Ο Μάρκος είπε: «Μάγκας θα πει, μία οκά φιλότιμο κι ένα «παπόρο» μπέσσα».
Για την ιστορία τα κουτσαβάκια εμφανίζονται και δρουν κυρίως στην Αθήνα (περιοχή Ψυρρή) στην Πλατεία Ηρώων και στου «Καποδίστρια», επί της σημερινής οδού Μιαούλη, χρονικά στο τέλος του 19ου αιώνα  ανάμεσα στη βασιλεία του Όθωνα και του Γεωργίου του Α΄. Είναι τύποι του απόλυτου περιθωρίου. Θρασύδειλοι, εριστικοί χαμερπείς, είρωνες στους περαστικούς, τρομοκρατούν  τον κόσμο και «τραβούν» μαχαίρι για ψύλλου πήδημα, ταραχοποιά στοιχεία, τραμπούκοι, άθλιοι, κάτι σαν τους σημερινούς «νονούς». Κοινωνιολογικοί ερευνητές, προσπαθώντας να αποτιμήσουν-αιτιολογήσουν την συμπεριφορά των κουτσαβάκηδων, μιλούν, εκτός των άλλων, για  «κάστα λούμπεν», «επιδειξίες –φιγουρατζήδες, με υπερβολική φαλλοκρατική αντίληψη», χαρακτηριστικό  αρσενικής –ανδροκρατικής ηλίθιας  παθογένειας.
Ιδιαίτερα συνήθης, σκόπιμη, προσφιλής τους τακτική να ρίχνουν το ζωνάρι τους στο δρόμο για να το πατήσει κάποιος και ν’ αρχίσουν καυγά. Αρκεί  να τους «στραβοκοιτάξεις» και τελείως αναίτια να σου επιτεθούν.
Ποια όμως ήταν η προέλευση των κουτσαβάκηδων; Πώς προέκυψαν; Κάθε αντικοινωνική ομαδοποίηση, κάθε ιδιαίτερη, ιδιόμορφη «δράση», έχει τα αίτια και τα αιτιατά της. Θετικά η αρνητικά.
 Οι εκ των υστέρων αναλυτές, η ευρύτερη κοινωνία, καθώς και εμείς σήμερα, έχουμε σχηματοποιημένη γι’ αυτούς  τη χειρότερη εικόνα, άθλια, απερίγραπτα απαξιωτική(;).

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Μάγκες & ...Κουτσαβάκια (2)

ΜΑΓΚΕΣ   και  ...ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ (2)
ΠΟΛΙΤΕΙΑ - ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
-Περιοδολόγηση στο Ρεμπέτικο-
[του Μπάμπη Μώκου]
 
Πληθώρα λαογράφων, Αθηναίων κυρίως, αναφέρονται σε σχέση με τον "κουτσαβακισμό", προδιορίζοντας τη "μαγκιά" σαν νοοτροπία, μοντέλο αναβίωσής του. Άλλο όμως Μάγκας και άλλο Κουτσαβάκι. Καμιά σχέση. Ο Μάγκας έχει μπέσα, τα κουτσαβάκια όχι. Ποτέ οι μάγκες δεν χρησιμοποιούν τη λέξη "κουτσαβάκι" με τη θετική έννοια.
Για την ιστορία, τα κουτσαβάκια εμφανίζονται και δρουν κυρίως στην Αθήνα (περιοχή Ψυρρή) στην Πλατεία Ηρώων και στου "Καποδίστρια", επί της σημερινής οδού Μιαούλη, χρονικά  στο τέλος του 19ου αιώνα, ανάμεσα στη Βασιλεία του Όθωνα και του Γεωργίου του Α΄. Είναι τύποι του απόλυτου περιθωρίου. Θρασύδειλοι, εριστικοί, χαμερπείς, τραχείς,
είρωνες στους περαστικούς, τρομοκρατούν τον κόσμο και "τραβούν μαχαίρι" για "ψύλλου πήδημα". Ταραχοποιά στοιχεία, τραμπούκοι, άθλιοι, κάτι σαν τους σημερινούς μπράβους και "νονούς".
Παρ' όλα αυτά, μέρος του λαϊκού τότε στοιχείου τους εκτιμά γιατί τους έχουν απαντοχή για επίλυση προβλημάτων τους και θεμάτων τους που αδυνατούν να  φθάσουν στην εξουσία, που για τους απλούς λαϊκούς είναι απόμακρη ή κωφεύει.
Και αφού με τον τρόπο τους (παλικαροσύνη κ.λ.π.) επιλύουν προβλήματά τους, οι απλοί λαϊκοί φθάνουν να  θεωρούν τα κουτσαβάκια ακόμα και ήρωες (εξ ου και το στέκι τους, η Πλατεία Ηρώων, στου Ψυρρή, που μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει όνομα). Σημ: Πολλοί εκ των υστέρων κουτσαβάκηδες  ήταν οι ίδιοι παλιοί αγωνιστές της επανάστασης, αρματολοί, κλέφτες κ.α.). Γι' αυτό και ο απλός λαός τους θεωρούσε ήρωες. Βέβαια η πλειονότητα των αγωνιστών δεν ...περιέπεσε στον κουτσαβακισμό!..
Κοινωνιολογικοί και ιστορικοί ερευνητές, προσπαθώντας να αποτιμήσουν-αιτιολογήσουν  τη συμπεριφορά των κουτσαβάκηδων, μιλούν, εκτός των άλλων, για  κάστα αντισυμβατική, λούμπεν, επιδειξίες, φιγουρατζήδες, με υπερβολική φαλλοκρατική αντίληψη, χαρακτηριστικό αρσενικής ανδροκρατικής ηλίθιας παθογένεσης.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Μάγκες και ...Κουτσαβάκια (1)

ΜΑΓΚΕΣ και ...ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ (1)
-Περιοδολόγηση στο Ρεμπέτικο- 
[Του Μπάμπη Μώκου]
Μαγκιά. Τι είναι μαγκιά; Τα λεξικά ...ζαλίζονται. Αδυνατούν να προσδιορίσουν ετυμολογικά τη λέξη. Εννοιολογικά οι ερμηνείες δίνουν και παίρνουν. Ο καθένας προσδιορίζει τον όρο κατά πως τον βολεύει, κατά πως τον... εξυπηρετεί. Αν αποπειραθούμε απλή ερμηνευτικά θεώρηση, μαγκιά θεωρείται η συμπεριφορά του μάγκα.
 Όλα αυτά έχουν την εξήγησή τους, γιατί με τον όρο, τη λέξη ως τα σήμερα όλοι μας θεωρούμε τη μαγκιά ταυτισμένη με την... εξυπνακίστικη συμπεριφορά  που υπερβαίνει τη σκέψη-τη διάθεση του κοινού νου, καταφέρνοντας να  εφευρίσκει και να εφαρμόζει λύσεις πρωτότυπες, συχνά αδιάκριτα ευχερείς  και εν τέλει μάλλον ημινομιμοφανείς. Πολλοί και όχι άδικα ταυτίζουν τη μαγκιά με την ...κομπίνα, τη λαμογιά, το δόλο, τον υπέρτατο εγωκεντρισμό. Κατά την άποψή μου μαγκιά είναι ο καθαρός λόγος, να είσαι στις εξηγήσεις σου "σπαθί", απλός, ευγενικός, ειλικρινής, ανιδιοτελής και προπάντων έντιμος και αλληλέγγυος απέναντι στους συνανθρώπους σου.
  Στο ρεμπέτικο, η λέξη "Μαγκιά" είναι ίσως η πιο ...πολυφορεμένη έκφραση. Τώρα, στη μουσική παρέα, αλλά και παρά έξω, δυστυχώς πολλοί ταυτίζουν την εν γένει στάση τους με τη "μαγκιά".
Σ’ αυτούς και για αρχή είναι σκόπιμο να τους αντιπαραθέσω το τραγούδι της Μαριώς "Ο Μάγκας ξεχωρίζει", γραμμένο πριν λίγα χρόνια στη Θεσσαλονίκη: "Μάγκας αν είσαι φίλε ποτέ δεν θα το λες. Ο κόσμος θα σε κρίνει και συ δεν πάει να ...λες!.."
Έτσι, για να ξέρουμε  «σε τι νερά θα ταξιδεύουμε!»

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Μάρκος & Ζιγκοάλα

Ο ΜΑΡΚΟΣ και η ...ΖΙΓΚΟΑΛΑ
-Περιοδολόγηση στο ρεμπέτικο-
[Του Μπάμπη Μώκου]

 Για την πολυτάραχη ζωή του Μάρκου έχουν "γυρίσει" σελίδες και σελίδες. Περιστατικά που χάραξαν βαθειά-αδρά την ιδιαίτερη προσωπικότητά του σαν "συμπαντάρχη", μα και σαν γνήσιου αρσενικού.
   Αυτοβιογραφίες και βιογραφίες σωρό, με αναφορές σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες, άλλες σημαντικές και  άλλες όχι. Μια όμως, η μοναδική είναι εκείνη που  αναφέρεται παντού (άλλοτε σκαμπρόζικα, άλλοτε ρεαλιστικά ) και αφορά  στην ταραχώδη σχέση και τον πρώτο γάμο του με κάποια γυναίκα, την περιβόητη Ζιγκοάλα.
    Αξιόπιστες θεωρώ σαν μαρτυρίες τις δύο παρακάτω: Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Γιώργη Χριστοφιλάκη.
   Λέει ο Σκαμπαρδώνης: "Είχε χρόνια να ‘ρθει ο Μάρκος στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα (θα ήταν το 1971-72) όταν μου είπε ο συντάκτης της εφημερίδας "Μακεδονία" στον οποίο ήμουνα μαθητευόμενος ότι θα πάει να τον δει, τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Θα του έκανε λέει συνέντευξη, μια συνέντευξη  που ποτέ δεν βγήκε και την κουβαλάω εδώ και χρόνια.
    ...Γέρος πια ο Μάρκος, μεγαλοπρεπής, πηγμένος από τη ζωή, κάθονταν στη μέση της ορχήστρας σαν τοτέμ. Ένας βράχος στο πατάρι. Ένας Βούδας του ρεμπέτικου. Το μάτι του ελεγχόμενη πια αστραπή. Τα χέρια του χοντρά, χασαπίσια, σαν τσαμπιά μπανάνες κι όμως ανάλαφρα περπατούσανε καβουρωτά στους μπερντέδες του μάνικου, βγάζοντας νότες στακάτες, βαριές, χωρίς φλυαρίες και δεξιοτεχνίες και πουστιές. Φωνή ρόχθος με γρέζια. Γκαιλέδες παλιοί, γυναίκες, πουτάνες, τζουριές, δόξες και ταπεινώσεις, μαγκιές και αλκοόλ και αξιοπρέπεια.
     ...Το μαγαζί λαϊκό στο βαρδάρι, όλα αναδύονταν ανάκατα απ’ τη φωνή του διασχίζοντας δεκαετίες και έρχονταν και διαχέονταν στην αίθουσα την ντουχνιασμένη από καπνούς, σ’ αυτό το μαγαζί στο Βαρδάρι. Κι άκουγα που ο κόσμος νταλκαδιάζονταν, βογγούσε.
    Μετά το μαγαζί πήραμε το Μάρκο και πήγαμε να φάμε και να τα πούμε παρακάτω σ’ ένα μαγαζί. Ήταν ψηλός άντρας με μεγάλα κανιά, επιβλητικός.
    Απ’ τον θαυμασμό που του είχα, νόμιζα πως περπατούσα δίπλα σ’ έναν γίγαντα. Κάτσαμε σ’ ένα φαγάδικο-ξενυχτάδικο που σέρβιρε κρέας κοκκινιστό, κότα στο φούρνο με πατάτες και πατσά. Παραγγείλαμε φαΐ και μαλαματίνες.