Όσα
λέει η σιωπή
Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου
Η αγάπη λένε δε φωνάζει, αφήνει τα μάτια να
μιλήσουν, αφήνει το χάδι ν’ απλωθεί σα λευκό απαλό ντύμα σ’ ολόκληρο το κορμί,
αφήνει το νου να διαλέξει τα χρώματα που συμπαθεί, για να ζωγραφίσει το
συναίσθημα της ψυχής.
Αν είχα στόμα και φωνή, πόσα τραγούδια θα σου ‘λεγα και πόσα λόγια ταιριασμένα θ’ αράδιαζα στου δειλινού το κάλλος.
«Άνοιξε στόμα μου χρυσό και γλώσσα μ’
ασημένια…»
Ο Βλάσης γεννήθηκε κωφάλαλος,
δεν άκουσε ποτέ το τραγούδι της θάλασσας, το κελάηδημα τ’ αηδονιού, το
νανούρισμα της μάνας. Πάντα ήταν περιφρονημένος σε μια
γωνιά, στο περιθώριο μιας
σκληρής σαν πέτρα κοινωνίας, που πληγώνει, κατακρίνει τον αδύναμο και που δεν
αποδέχεται το διαφορετικό.
Σε ηλικία είκοσι χρονών έφυγε απ’ το χωριό του, σα ζώο τρομαγμένο που όλοι το προγκάνε κι ήρθε στην πόλη. Στη σχολή που γράφτηκε γνώρισε τη Φιλιώ, που είχε κι αυτή το ίδιο βάσανο. Ταίριαξαν απ’ την πρώτη στιγμή, απ’ την πρώτη ματιά κι άρχισαν να κάνουν παρέα και στο τέλος αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Όμως τα προβλήματα ήταν πολλά και ξεφύτρωναν στο δρόμο τους, σαν τα κεφάλια Λερναίας Ύδρας.