TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Ληστοκρατία στα χωριά του Τυμφρηστού

ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑ & ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ
ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΥ
του Χαρίλαου Μιχιώτη από το βιβλίο του
«ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ & ΤΥΜΦΡΗΣΤΙΟΙ»
Τα χωριά γύρω στον Τυμφρηστό και το Καρπενήσι ήταν εκτεθειμένα στις λη­στρικές επιδρομές και στις λεηλασίες ("διαγούμισμα") από τα παλιά χρόνια. Δρά­στες σαυτές τις επιχειρήσεις ήταν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, οι φορατζήδες, που ενεργούσαν για λογαριασμό των Τούρκων, και με εντολή των κοτσαμπάσηδων, οι Τουρκαρβανίτες αλλά και Ρωμιοί, που έβρισκαν αυτό τον εύκολο τρόπο να πλουτίζουν ή απλώς να ζουν.
Τέτοια "μπουλούκια", συμμορίες ληστρικές, ήταν ό,τι φοβερότερο μπορεί κανείς να φαντασθεί για το σκλάβο με το μικρό βιος - τα λίγα κεφάλια ζώα, κάποια σοδειά ("γεννήματα") στη μικρή του αποθήκη για το χειμώνα, τα φτωχικά του ρούχα και κουβέρτες, το σπίτι του και το μαντρί του - προπάντων όμως για τα μέλη της οικογένειας του. Οι εύποροι έθαβαν στη γη χρήματα ("φλουριά") και σκεύη για να τα γλυτώσουν. Ως πριν λίγα χρόνια, μαρτυρείται η ανακάλυψη τέτοιων "θησαυρών" όταν οι ιδιοκτήτες τους είχαν χαθεί.
Μετά την απελευθέρωση της Φθιώτιδας και τον καθορισμό των συνόρων σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τα ακραία χωριά του Τυμφρηστού και της Ευρυ­τανίας (Πιτσιωτά, Περίβλεπτο, Δίκαστρο, Φουρνά, Κλειτσός, Πετράλωνα, Χόχλια, Αραχοβίτσα, Αγ. Χαράλαμπος, Αγία Τριάδα κ.λπ.) άτακτοι Τούρκοι ληστές έμπαι­ναν στα γειτονικά χωριά και λήστευαν, σκότωναν και αιχμαλώτιζαν. Στο Μαυρίλο, σύμφωνα με την παράδοση, κρέμασαν από έναν έλατο τον παπά του χωριού Γιώργο Κουδούνα, γιατί χτύπησε την καμπάνα της εκκλησίας κι ειδοποίησε τους χωριανούς να φύγουν στο βουνό για να γλυτώσουν από την επιδρομή Τούρκων.
Παράλληλα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους στα χωριά διάφοροι φυ­γόδικοι, κυνηγημένοι από το ελληνικό καθεστώς για διάφορες παραβάσεις ή για πολιτικούς αντικαθεστωτικούς λόγους. Άλλοι, κυνηγημένοι από τους Τούρκους, περνούσαν τα γειτονικά σύνορα κι έμπαιναν στα χωριά του Τυμφρηστού, της Ευρυτανίας και του Δομοκού κι επιδίδονταν στη ληστεία. Ξανάμπαιναν στην του κρατούμενη Θεσσαλία, λήστευαν πλούσιους και ξαναπερνούσαν τα σύνορα προς τα εδώ. Συχνά οι ελληνικές και οι τούρκικες αρχές έρχονταν σε συνεννόηση την καταδίωξη τους, αλλά χωρίς σοβαρά αποτελέσματα. Ο λαός των χωριών μας, κουρασμένος από την περιπέτεια της σκλαβιάς και αποκαμωμένος από θυσίες της Επανάστασης, βρισκόταν σε δεινή θέση. Έβλεπε με τρόμο τούτο γεγονότα που αναστάτωναν τη ζωή του και του στοίχιζαν πολύ ακριβά. Αναγκαζόταν να καλοπαίρνει και τους ληστές όμοια και τις καταδιωχτικές αρχές για να γλυτώνει από την αγριότητα, τις λεηλασίες, τις αντεκδικήσεις. Πρέπει να σημειώσουμε ότι και ταποσπάσματα συχνά συμπαθούσαν τους ληστές, δεν τους χτυπούσαν αποτελεσματικά και κάποτε, κάποιοι αποφασιστικοί και θερμόαιμοι χωροφύλακες προσχωρούσαν σ' αυτούς.
Επιδρομή των Χουσιαδαίων στο Νεοχώρι
Μια από τις ληστρικές επιδρομές στο Νεοχώρι Τυμφρηστού περίγραφε ποίημα του λαϊκού στιχουργού Ιγνάτιου Ζήση, ιερομόναχου. Πρόκειται για τους  Χουσιαδαίους, που λυμαίνονταν τον Τυμφρηστό και την Ευρυτανία (1835-36). Το ποίημα, που διατηρείται στη μνήμη επιζώντων Νεοχωριτών, δομοσιεύεται για πρώτη φορά. Διηγείται:
Εικοστή τετάρτη Οκτωβρίου εις την εβδόμη ώρα τρόμον μεγάλον έλαβεν η τεθλιμμένη χώρα. Καβαλαραίοι έρχονται Πέμπτη το μεσημέρι κι ο κόσμος τους ενόμισεν βασιλικό ασκέρι. Δεν ήρθανε ως άτακτοι ως κλέφτες με ντουφέκι να. ξέρουν και οι κάτοικοι να πιάσουνε ντουφέκι. Με στράτευμα βασιλικό, σημεία βασιλέως τρόπος δεν γίνονταν λοιπόν να κάμουνε αλλέως. Δημογερόντους ζήτησαν, τους προεστούς της χώρας και τας λαμπρός οικίας τους παρέδωσαν της ώρας. Κι ενωμοτίαν έβγαλαν γύρωθεν μευταξία δια να προκηρύξουνε παντού την ησυχίαν. Ωστόσο το διάστημα ήτανε μίας ώρας και άρχισαν και παίδευαν τα άτομα της χώρας. Κι άλλους μεν εσκότωσαν με ξύλο, με μαχαίρι και με ντουφέκι σκότωσαν Κίτσιον το ξεφτέρι. Δέκα μουλάρια άρπαξαν με ρούχα φορτωμένα τα σπίτια που τα είχανε μείνανε ρημαγμένα. Στα χίλια οχτακόσια τριάντα πέντε
ο τόπος ερημώθηκε μη έχοντας αφέντη.
Δέσποινα, πάντων Δέσποινα και πάντων υπέρτερα
του ουρανού βασίλισσα και γης τιμιωτέρα
Δος μας καιρόν ειρηνικόν να ζούμεν ελευθέρα
σαυτήν την πρόσκαιρη ζωή και στη φριχτή Δευτέρα"
Σε μια άλλη επιδρομή του ληστή Ρουπακιά, που λυμαινόταν τον Τυμφρηστό και τα χωριά του Καρπενησίου καταστράφηκε το αρχείο του αγωνιστή της Επανάστασης Κ. Τσιούρη (1836) από το Νεοχώρι, όπως μαρτυρεί ο ίδιος σε αίτηση για την αποκατάσταση του στη Επιτροπή Εκδουλεύσεων.
Για τη δίωξη των ληστών που πλήθαιναν συνεχώς οργανώθηκε το 1843 η Εθ­νοφυλακή ή Δημοφυλακή. Οι εθνοφύλακες ήταν στη διάθεση του δημάρχου για τη δίωξη των ληστών και την ασφάλεια των χωριανών. Ήταν άμισθοι και βοη­θούσαν στο έργο αυτό τον τακτικό στρατό. Έδρα του 2ου τάγματος Ευζώνων, που είχε στη δικαιοδοσία του τη Δυτική Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, ήταν η Μακρακώμη (τότε Βαρυμπόπη). Το 1877 μεταφέρθηκε στο Καρπενήσι. Η δίωξη γίνε­ται συστηματικότερη με τα στρατιωτικά αποσπάσματα και με "παγανιές" εθνο­φυλάκων και χωρικών αλλά ο τόπος δε βρίσκει ησυχία, δεν έχει ασφάλεια. Οι λη­στές πιάνουν σε ενέδρες ή και μέσα στο σπίτι τους εύπορους, κατά προτίμηση, χωρικούς για "εξαγορά" με λύτρα ή και φτωχούς από αντεκδίκηση. Στη Βράχα σκότωσαν μέσα στο σπίτι του το γέρο αξιωματικό Γιάννη Μερεντίτη, στον Κλειτσό το Φουρνιώτη Νικόλα Γαλή, γιατρό, δήμαρχο και βουλευτή. Το Σεπτέμβρη του 1904, κοντά στη Λαμία ο ληστής Παπακυριτσόπουλος με τη συμμορία του έσφαξε τον εισαγγελέα Λέων. Ροζάκη και το δικαστή Γ. Αγγελή, που τους είχαν συλλάβει σε ενέδρα ζητώντας λύτρα αλλά και αμνηστία.
Η ζωοκλοπή οργιάζει. Οι "αλογοσύρτες" (κλέφτες αλόγων και μουλαριών) έχουν συνωμοτικές οργανώσεις και ανταποκριτές στα χωριά για την προώθηση των κλοπιμαίων σε άλλες επαρχίες.
Στα κατοπινά χρόνια, αρχές του 20ού αιώνα τρομοκρατούσαν τα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας και της Ευρυτανίας πολλοί ληστές, που ακόμα τους θυμούνται οι ηλικιωμένοι χωρικοί. 0 Αρκουμάνης, ο Μανσόλας, ο Πατσιαούρας, ο Αρέσσος, ο Γουλοκώστας, ο Καρανίκας, ο Παρούσης, ο Γεωργαλής, ο Τσουλής, ο Κατσακιώρης και άλλοι όλοι τους είχαν κακό τέλος. Όταν δε σάπιζαν στις φυλακές ή δεν αντιμετώπιζαν το εκτελεστικό απόσπασμα, έπεφταν νεκροί κάτω από τα βόλια των καταδιωκτικών αποσπασμάτων. Και κάποτε οι χωρικοί με ικανοποίηση αλλά και φρίκη παρακολουθούσαν τη μεταφορά των κεφαλιών τους και το κρέμασμα σε κάποιο δέντρο της πλατείας του χωριού για επίδειξη από κάποιους αποσματάρχες όπως ο Σεγδίτσας, ο Ταράτσας κ.α.
Η ληστεία υποχώρησε αισθητά μετά το 1920 και το 1928 σχεδόν έλειψε. Ξεριζώθηκε όμως οριστικά από την περιοχή μας μόλις άρχισε η απελευθερωτική δράση του ΕΛΑΣ (1942). Από τότε δεν ξανακούστηκε ληστεία και ζωοκλοπή.

* Στο Δελτίο Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας, Τομ. Κ σελ. 71 αναφέρεται: "επιγραφή χαραγμένη δεξιά τω εισερχομένω εις τον κυρίως ναόν της εν τω νομώ Καρδίτσας μονής Ρενδίνης". και έχει ως εξής: "1835 έτος θύμησης όταν επάτησε το Νεοχώρι ο Χουσιάδας και πήραν γρόσια χιλιάδες 300".



Δεν υπάρχουν σχόλια: