TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία του Μουντζουρακίου


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΥΝΤΖΟΥΡΑΚΙΟΥ
(από πρωτογενή προφορική πηγή)
του Νικολάου Μπαρδάκα
 Ζωοδόχος Πηγή Μουντζουρακίου
     Στα νότια του χωριού Τυμφρηστός πέρα από τη βαθειά ρεματιά του νοτίου κλάδου του Σπερ­χειού και πίσω από το λόφο και εκκλησία του Αη-Λιά απλώνεται η επικλινής, θέση των ερειπίων του χωριού Μουτζουράκι. Ολόγυρα την κλείναν ελατόσκεπες βαθυπράσινες ράχες κι ένα βαθύ πλατανόφυτο ρέμα στο άκρο της, που για πολλά χρόνια κι αιώνες το χαίρονταν και το τραγου­δούσαν οι Νεράιδες του Τυμφρηστού συναρμονίζοντας τις φωνές τους μεκείνες των ιεροψαλτών της εκκλησίας του χωριού της Ζωοδόχου Πηγής, όπως τάκουαν και   μου ταλεγαν οι σημερινοί κάτοικοι του Τυμφρηστού, στην κατο­χή των οποίων βρίσκεται ο τόπος και με τη συνο­δεία πάντοτε της καμπάνας της δεύτερης εκκλη­σίας του χωριού, της Παναγίας, της καταχωμένης στα κατάβαθα της Μουτζουρακιώτικης γης. Δυτικά από το απόκοσμο εκκλησάκι της Ζωοδό­χου Πηγής το περιτριγυρισμένος εδώ και 60 χρόνια πριν από αναρίθμητους προγονικούς τάφους, σώζονταν τα ερεί­πια των σπιτιών, που, όμως, εν τω μεταξύ, έγιναν πεζούλες χωραφιών, πράγμα το οποίο, βέβαια, έχει αφαι­ρέσει πολλά από τη  μυστηριώδη μαγεία του τοπίου, όπως το πρωτο­είδα σε ηλικία περίπου 12 ετών.

Η παράδοση λέει, αλλά κι ο τόπος μαρτυρεί, πως το Μουτζου­ράκι ήταν χωριό με πολλές οικογένειες. Αναγκάσθηκαν όμως να εκπατρισθούν ομαδικά «συν γυναιξί και τέκνοις» σιμά κοντά στα χρόνια της επανάστασης του 1821. Όλες οι σχετικές μαρτυρίες συμπίπτουν στην αιτία της καταστροφής του. Απ' όλες τις πληροφοριοδοτικές πηγές έλαβα κυρίως υπ' όψη μου του χωριανού μας μακαρίτη Δ.Ν. Παπαδήμα (Βασιλακομήτρου, προς αποφυγήν συγχύσεως), ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιώτης την περιοχή Μαγνησίας της Μ. Ασίας κατά τον Μικρασιατικό πόλεμο 1921-1922 και ο οποίος στο ελληνικό χωριό Παπασλή ή Κλεφτοχώρι ή Χωριό του Θημιογιάννη, εγνώρισε τον Μουτζουρακιώτη παπά από τον οποίο έμαθε την ιστορία του χαλασμού του Μουτσουρακίου.
Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο να μας τα διηγη­θεί, όπως τα άκουσε από το στόμα του πολύ γέροντα παπά, ο οποίος ήταν γιος του παπα-Γρηγόρη (παπα σύγχρονου του χαλασμού) και οποίος μωρό ολίγων μηνών στην κούνια τότε ακολούθησε την τύχη των δικών του:
«Όταν γυρίσαμε από την εκστρατεία της Ρωσίας, λέει ο Παπαδήμας, στο γραπτό του, κι αφού μείναμε ένα ημερόνυχτο στην Πόλη, φύγα­με για τη Σμύρνη κι από κει για την Μαγνησία. Στην περιοχή της Μαγνησίας στο Ελληνικό χωριό Παπασλή γνώρισα τον παπά με τον οποίο συζήτησα πολύ. Πάνω στην συζήτηση ο παπάς με ρώτησε:
-Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι, παιδί μου; -Από τη Λαμία, απάντησα. -Από τη Λαμία; κι από ποιο χωριό; -Από τη Λευκάδα, -Από τη Λευκάδα; Δεν το ξέρω αυτό το χωριό. -Από τα Πουγκάκια, παπά, συμπλήρωσα τότε. -Από τα Πουγκάκια; Απορεί ο παπάς. Μα τότε είμαστε χωριανοί. Εγώ παιδί μου, είμαι από το Μουτζουράκι και μάλιστα είμαι παιδί του Παπα-Γρηγόρη του παπά στον καιρό του ξεσηκωμού.
«Η αρχή της διηγήσεως της ιστορίας του Μουτζουρακίου έγινε με ερώτηση του παπά, αν υπάρχει και πως βρίσκεται η οικογένεια του κλέ­φτη Κοντογιάννη. Όταν του είπαν ότι υπάρχει και καλά βρίσκεται, μου είπε: «Δοξασμένο το όνομα του Θεού. Εγώ περίμενα τον αφανισμό αυτής της οικογένειας. Αλλά, παιδί μου να θυμάσαι ότι μια μέρα θα αφανιστεί, διότι αυτή μας έδιωξε από το χωριό μας και διασκορ­πιστήκαμε σε διάφορα μέρη. Ήμασταν υπόδου­λοι, δεν μας ενοχλούσαν οι Τούρκοι, αφού πλη­ρώναμε το δέκατο στους μπέηδες. Μαθαίναμε ότι θα ελευθερωθούμε κι η καρδιά μας λαχτα­ρούσε...»
«Στον τόπο μας ήταν δυο καπετανάτα· το ένα του Κοντογιάννη και το άλλο του Χατζίσκου με δύναμη τάγματος και τα δύο, από 300 παλι­κάρια το καθένα. Από καιρό σε καιρό χτυπού­σαν τα Τουρκικά μεταγωγικά, που ανέβαιναν για το Καρπενήσι με τρόφιμα και λοιπά για ένα σταθμό λόχου που είχαν εκεί. Οι Τούρκοι για να ησυχάσουν κι αφού είχαν μάθει πως θα φύγουν, για να τους αφήσουν ήσυχους, έκαναν συμβό­λαιο στον Κοντογιάννη μεγάλη έκταση γης, στο Χατζίσκο άλλη έκταση από Βελούχι, Λάσπη, Κρίκελλο, Πουγκάκια, Μουτζουράκι, Πίτσι και μέχρι κάτω. Τότε θύμωσε ο Κοντογιάννης, επειδή έδωσαν το Μουτζουράκι στον Χατζίσκο κι έκανε περισσότερες κρούσεις στα μεταγωγικά των Τούρκων. Όταν ο πασάς του έγραψε γιατί το κάνει αυτό, του απάντησε ότι θέλει αυτός το Μουτζουράκι. Κι ο πασάς πονηρός για να ξεφορτωθεί τον έναν από τους δυο του είπε: «Αν λείψει ο Χατζίσκος».  
«Μετά από αυτό ο Κοντογιάννης στέλνει γράμμα στο Χατζίσκο και τον καλεί μια ορισμένη μέρα να βγει με το ασκέρι του στη βρύση «Κέρασιά» (πιο πάνω από το χωριό Τυμφρηστός) για να γλεντήσουν. Αυτή η διασκέδαση ήταν μεγά­λο πένθος. Του έπαιξε διπλωματία. Αφού ήρθε η ορισμένη μέρα Κοντογιάννης είπε στα παλικάρια του ότι θα τους δώσει πολλά δώρα αν, (αφού γεμίσουν τα όπλα τους κτυπήσουν αλύπητα τα παλικάρια του Χατζίσκου και ότι αυτός θα χτυπήσει μόνος του ο ίδιος το Χατζίσκο. Έτσι κι έγινε. Ο Κοντογιάννης ετοιμασμένος για πόλεμο και ο Χατζίσκος για διασκέδαση. Μόλις αντάμωσαν με το ένα χέρι ο Κοντογιάννης τον χαιρέτησε και με τ' άλλο τον έσφαξε. Έτσι διαλύθηκε το ασκέρι του Χατζίσκου. Το βράδυ ο Κοντογιάννης έστειλε παλικάρια στο Πλατύστομο, όπου ήταν η οικογένεια του Χατζίσκου  και την έσφαξαν.     Μόνον λυπήθηκαν ένα βρέφος στην κούνια. Όταν γύρισαν και είπαν όλα στο Κοντογιάννη, τους είπε ότι έπρεπε να το σφάξουν κι αυτό, "αφήσατε αγκάθι" ήταν ο λόγος του. Έστειλε την άλλη βραδιά, αλλά δεν το βρήκαν (Σημ. το βρέφος αυτό ήταν πρόγονος του Υπουργού Δ. Χατζίσκου στις δεκαετίες 1920-1930). Έτσι το Μουτζουράκι ήρθε στη δικαιοδοσία του Κοντο­γιάννη»,
«Τώρα ο Κοντογιάννη τα έβαλε με τους Μουτζουρακιώτες. Το χωριό μας ήταν 430(;) οικογέ­νειες, θωρούνταν κωμόπολη με μεγάλη παραγω­γή από σταφύλια, μήλα, καρύδια, μεγάλη κτηνο­τροφία, μελίσσια και άλλα πολλά!  Αλλά δυστυχώς για μια ώρα τα χάσαμε όλα. Ο Κοντογιάννης άρχισε να μας παίρνει εξαγορά. Από τη δική μας οικογένεια χίλιες λίρες παγκανότες, περισσότερα απ' όσα είχαμε. Κι αν δεν τα δίναμε θα παθαίναμε όπως ο Χατζίσκος. Αυτό το έκανε σε όλους μας, αλλά κάναμε υπομονή με την ελπίδα πως από ώρα σε ώρα θα γίνει ελληνικό. Επειδή όμως έτσι δεν μπόρεσε να κάμει τίποτα μεταχει­ρίστηκε άλλη ατιμία. Την ημέρα του Πάσχα έστειλε μια επιστολή στον πατέρα μου τον παπά του χωριού και του έγραφε: «Αύριο δευτέρα μέρα του Πάσχα ν' αλλάξεις καλά το κορίτσι σου, αδερφή μου 18 χρονών, και να μου το στεί­λεις στην Κερασιά, θέλω να διασκεδάσω μαζί του». Όταν τελείωσε ο πατέρας μου τη λειτουρ­γία, διάβασε το γράμμα στους χωριανούς και τους είπε: "Εγώ σήμερα θα πάρω την οικογένεια μου και θα φύγω. 0α τα υπέφερα, αλλά έναντι τιμής φεύγω». Τότε όλοι οι χωριανοί μαζί με μια φωνή είπα: "Θα φύγουμε όλοι, διότι ίδια τύχη μας περιμένει» είχε πάρει απόφαση να μας διώ­ξει, να μείνει κύριος σ' όλο το μέρος. Παιδί μου, όταν πας στην Πατρίδα, να πας στο Μουτζουράκι στο μέρος που ήταν το σπίτι μας, ήταν απέναντι από την εκκλησία μας τη Ζωοδόχο Πηγή, στο προαύλιο μας ήταν μια μουριά, μια ρίζα με δυο κορμούς, από τους οποίου ο ένας γέρνει κατά το χαντακάκι. Εκεί από κάτω ο πατέρας μου έσκαψε ένα λάκκο μέσα στο ν οποίο έβαλε το ρακοκάζανό μας και το γέμισε με τα χάλκινα σκεύη του σπιτιού μας. Να πας παιδί μου, να τα πάρεις. «Αφού ετοιμαστήκαμε, συνε­χίζει ο παπάς, υπό την προστασία του Τουρκικού στρατού, φύγαμε. Δεν μας πείραξε όταν φεύγαμε. Μόνο όταν φτάσαμε στον Αη-Νικόλα είδαμε καπνούς και φωτιές, που έκαιγε το χωριό.  Εμείς κατεβήκαμε στη Λαμία και κανόνισε ο πασάς που θα μας μεταφέρει. Άλλοι ήρθαμε εδώ στη Μ. Ασία και άλλοι πήγαν στην Πόλη. Έτσι ερη­μώθηκε το χωριό μας. Αλλά δόξα νάχει ο Θεός καλά περάσαμε στη ζωή μας. Βέβαια δεν έχου­με ελευθερία, υπόδουλοι είμαστε, αλλά κι αυτός θα λογοδοτήσει στο Θεό. Όταν έγινε ελληνικό Κράτος ο πατέρας μου με άλλους Μουτζουρακιώτες συνεννοήθηκαν ναρθουμε πάλι, αλλά μάθαμε ότι γίνονταν ληστείες και φοβηθήκαμε, επειδή δεν μας χώνευε».
«Όταν το πληροφόρησα (λέει ο Παπαδήμας) ότι τα κτήματα τους τα καλλιεργούν κολίγοι Καψιώτες (Τυμφρηστιώτες) μου απάντησε: «Ο Θεός είναι μεγάλος, κάποτε θα σβήσει η οικογέ­νεια αυτή και οι κολίγοι που είναι τώρα στα κτή­ματα θα γίνουν ιδιοκτήτες».
Εδώ τελειώνει η διήγηση του Παπαδήμα. Σήμερα πράγματι οι κάτοικοι Τυμφρηστού έχουν αγοράσει το Μουτσουράκι το έτος 1924 και το έτος 1956 το παρακείμενο δάσος Παλαούρα από κληρονόμους του Κοντογιάννη. Όπως μου έλεγε ο Πρόεδρος Κοινότητας Τυμφρηστού Ι. Κουτσοκέρας κατά τη σύνταξη των συμβολαίων αγοράς κατατέθηκαν από τους πωλητές τούρκι­κα συμβόλαια ιδιοκτησίας Κοντογιάννη.
Πηγή: Εφημερίδα "Φωνή του Τυμφρηστού"
Επιμέλεια - Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Δεν υπάρχουν σχόλια: