TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

"Ο φάρος" Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου

Ο  φάρος

Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου

Πηγή φωτο: https://www.naftemporiki.gr/story/1504901/

Τη μέρα κολυμπούσαν στις γαλάζιες σπηλιές των βράχων και το βράδυ άναβαν φωτιές στις έρημες αμμουδιές, μεθυσμένοι απ’ την γαλήνη της φύσης. Μόνο το κύμα που έσκαγε κάθε τόσο ρυθμικά στα βράχια, θύμιζε πως παντού υπάρχει ζωή, στα κορμιά, στη θάλασσα, στα βράχια! Η νύχτα αφτιασίδωτη κουβέντιαζε πότε με το αρμυρό νερό, πότε με το λαμπρό φεγγάρι, που έκοψε το χαλινάρι του και σεργιανούσε στην απεραντοσύνη τ’ ουρανού.

Ποιος μπορεί να διαβάσει τα σημάδια στον έναστρο ουρανό και τα σημάδια στα βλέμματα και τις ψυχές των ανθρώπων;

Μπροστά στην παραλία ήταν αραδιασμένα τ’ αρχοντικά των καραβοκύρηδων και μαρτυρούσαν το πλούτο. Αγνάντευαν τη θάλασσα πότε με ερωτική ματιά και πότε με θλίψη. Ο Στρατής, γιός καπετάνιου, έμενε σ’ ένα τέτοιο επιβλητικό αρχοντικό με μαρμαρένιες σκάλες, στολισμένες εμπατές, σκαλισμένα φορούσια στα μπαλκόνια κι ακροκέραμα. Μπουκαμβίλιες σκέπαζαν τις καμάρες και τις αυλόπορτες.

Πιο  πάνω στη πλαγιά έμενε η Μυρτώ, σ’ ένα φτωχικό που μύριζε πάστρα και νοικοκυροσύνη. Με ανοιχτά παντζούρια στο πέλαγο και πλεχτά κουρτινάκια στα παραθύρια, με γεράνια και πανσέδες αραδιασμένα σε γλάστρες, ζερβά- δεξά στο ασβεστωμένο πλακόστρωτο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, καταδεχτική σε κάθε επισκέπτη και το γλυκό του κουταλιού περίμενε στο βάζο!

Η μάνα της ήταν αυστηρή και απόλυτη, αυτό έχουμε… αυτό τιμάμε, της έλεγε. Κι όταν έφτασαν κάτι μισόλογα στ’ αυτιά της  για το Στρατή, την ξεμονάχιασε και της είπε.

-Μη θαμπώνεσαι, πάντα κάτω απ’ το λούστρο σε περιμένουν εκπλήξεις. Όταν συμπεθεριάζεις με πλούσιους δεν κάνεις συγγενείς, αφεντικά κάνεις! Η ανατολή και το ηλιοβασίλεμα στο νησί μας, πλανεύουν, ξελογιάζουν μην τα πιστεύεις κι οι όρκοι που γίνονται σ’ αυτά, μόνο πόνο και δάκρυα φέρνουν!

Η Μυρτώ όμως ζούσε ένα όνειρο και δεν σκέφτονταν το αύριο και τις αντιθέσεις, κοιτούσε μόνο το σήμερα. Μέρες τώρα κεντούσε ένα μαντίλι, με μια βαρκούλα μ’ άσπρο πανί.

«Το κένταγε, το ξόμπλιαζε και το συχνορωτούσε

μαντίλι, χρυσομάντιλο σε ποιόν να σε χαρίσω…»

Μ’ αυτό της έκανε σινιάλο ο Στρατής τ’ απογεύματα. Τη μέρα της Παναγιάς της χάρισε κι αυτός ένα ασημοζώναρο, μαζί μ’ ένα δίστιχο.

«Τρεις όργιες φίδι θα γενώ, τη μέση σου να ζώσω

Κι αν αγαπήσεις άλλονε, θα τον εφαρμακώσω…»

Στο απάγκιο λιμανάκι οι βαρκούλες των ψαράδων απολάμβαναν τη μπουνάτσα, δεμένες στο μώλο. Οι ψαράδες με τα ηλιοκαμένα κορμιά και τα παντζάκια σηκωμένα συμμάζευαν τα δίχτυα. Δυο-τρεις σακατεμένοι σφουγγαράδες τα κουτσόπιναν στην ψαροταβέρνα κι αναλογίζονταν, πόσοι ταξίδεψαν, πόσοι χάθηκαν και πόσοι γύρισαν κλαράκια τσακισμένα! Η μοίρα του ναυτικού, ο καημός της θάλασσας όλα γραμμένα εκεί στην πλακούρα, που γίνονται οι αποχαιρετισμοί και τα κατευόδια!

Και πίσω οι γυναίκες να περιμένουν καρτερικά, να τραγουδούν και να παρακαλούν τη θάλασσα να γαληνέψει, να τάζουν στον Αη- Νικόλα και να ξενυχτάνε με φωτογραφίες κι αναμνήσεις!

Στοιχειό είναι η θάλασσα, στοιχειό ανήμερο, έλεγε ο Γιακουμής, αλλά πάλι, όταν σου γνέφει με κείνο το γαλανό βλέμμα της, πώς ν’ αντισταθείς;  Σε καλεί ν’ ακούσεις το τραγούδι των Σειρήνων, να πας να πάρεις το χρυσόμαλλο δέρμα και να γνωρίσεις τα ήρεμα νερά της Ιθάκης, που λαμπυρίζουν στον ήλιο!

Σκόρπιες προσεύχονται οι εκκλησιές με τους γαλάζιους τρούλους και σε μιαν άκρη το μνημείο των ηρώων. Μια πλάκα με ονόματα… Εδώ είναι γραμμένη συνοπτικά η ιστορία του νησιού, απ’ τα ξύλινα τείχη, μέχρι τους μπουρλουτιέρηδες του ’21.

Είναι λίγο περίεργο κι ακατανόητο, που κάθε πατέρας θέλει κι ο γιός του ν’ ακολουθήσει το δικό του επάγγελμα. Έτσι και ο πατέρας του Στρατή βιάζονταν να τον μυήσει στα μυστικά της θάλασσας, να του γνωρίσει τις ομορφιές και τα κάλη της. Έτσι τον έπεισε να τον ακολουθήσει στο επόμενο ταξίδι του, στο Βανκούβερ.

Η θάλασσα αχ, αυτή  η θάλασσα, που άκουσε τραγούδια και παινέματα, που άκουσε κατάρες κι αναθέματα, πόσα μυστικά κρύβει βαθειά στα σπλάχνα της.

Για το Στρατή ήταν η αρχή του ταξιδιού, το φουσκωμένο πανί της ελπίδας να γνωρίσει τον κόσμο, αγνοώντας τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των ωκεανών. Μια στράτα δίχως γυρισμό έμελε να είναι αυτό το ταξίδι. Στο Τρίγωνο των Βερμούδων χάθηκε σύψυχο το καράβι μαζί και ο Στρατής!

Όταν έφτασε το πικρό μαντάτο στο νησί, πως χάθηκε σύψυχο το καράβι, η Μυρτώ έμπηξε μια κραυγή που σκίστηκαν τα βουνά και το πέλαγος.

Ο κεραυνός εκεί που πέφτει καίει… Μαυροφορέθηκε η Μυρτώ κι έκλεισε τα παντζούρια… Όπως έφτιαχνε μικρή πύργους στην άμμο κι έρχονταν το κύμα και τα γκρέμιζε, έτσι και τώρα ήρθε το μεγάλο τσουνάμι που της γκρέμισε τον κόσμο όλο!  Σαράντα μέρες κλείστηκε στη σκοτεινή κάμαρή της μοιρολογούσε κι έκλαιγε το χαμό της αγάπης.

 Και μια  Κυριακούλα την αυγή  βγήκε και τράβηξε κατά το φάρο. Στο απέραντο γαλάζιο σκόρπισε τη θλίψη της. Αγάπη είν’ η θάλασσα και πώς να την καταραστεί! Τότε χάθηκε η Μυρτώ στον κρύο κι αφιλόξενο βυθό, παίρνοντας μαζί της, το σπαραγμό και την απόγνωση!

Δεν σκέφτηκε τα νιάτα της, έλεγαν όλοι. Τα σκέφτηκε, αλλά ποιος μπορεί να απαντήσει, σ’ αυτό το γιατί της νιότης, που δεν πρόλαβε να χαρεί και να ζήσει την αγάπη! Μόνο το αραχνοΰφαντο φουστάνι της βρέθηκε μπερδεμένο στα βράχια του φάρου!

Τώρα έρχονται οι ξεναγοί στο φάρο και μιλάνε για τη Μυρτώ, στους ξεμπλέτσωτους τουρίστες με τις παρδαλές πουκαμίσες. Διηγούνται για τις μεγάλες αγάπες με το άδοξο τέλος…  


Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: