ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΩΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Μεξικό, στα παγωμένα και αφιλόξενα νησιά των Φώκλαντ, είχε διεξαχθεί ένας πόλεμος που κράτησε λίγες μόνο εβδομάδες, αλλά άφησε πληγές που δεν θα έκλειναν ποτέ πραγματικά. Για τον υπόλοιπο κόσμο ήταν μια σύντομη στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στην Αργεντινή και τη Μεγάλη Βρετανία. Για τους Αργεντινούς, όμως, ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν μια εθνική ταπείνωση χαραγμένη βαθιά στη συλλογική τους συνείδηση. Χιλιάδες νεαροί στρατιώτες, πολλοί από αυτούς σχεδόν παιδιά, στάλθηκαν στα νησιά με ελλιπή εξοπλισμό, ελάχιστη εκπαίδευση και μια αφελή πίστη ότι υπηρετούσαν έναν δίκαιο σκοπό. Βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ψύχος, την πείνα, την εξάντληση και έναν εχθρό πολύ καλύτερα οργανωμένο και προετοιμασμένο.
Οι αναμνήσεις εκείνου του πολέμου επέστρεφαν ξανά και ξανά στα σπίτια της
Αργεντινής. Επέστρεφαν στα άδεια δωμάτια όπου οι μητέρες κρατούσαν ακόμη
φωτογραφίες των παιδιών τους. Επέστρεφαν στα τραπέζια όπου κάποτε υπήρχε μια
καρέκλα που τώρα έμενε κενή. Επέστρεφαν στα βλέμματα των βετεράνων που είχαν
επιστρέψει ζωντανοί, αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να αφήσουν πραγματικά πίσω τους
όσα είχαν δει. Η ήττα δεν ήταν απλώς στρατιωτική. Ήταν ψυχολογική, εθνική,
σχεδόν υπαρξιακή. Ήταν μια πληγή που δεν αιμορραγούσε πια, αλλά συνέχιζε να
πονά κάθε φορά που κάποιος την άγγιζε.
Γι’ αυτό και όταν η κλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου έφερε αντιμέτωπες την
Αργεντινή και την Αγγλία στα προημιτελικά, ο αγώνας απέκτησε αμέσως μια
διάσταση πολύ μεγαλύτερη από το ποδόσφαιρο. Οι δημοσιογράφοι μιλούσαν για έναν
μεγάλο αθλητικό αγώνα. Οι παίκτες προσπαθούσαν να κρατήσουν χαμηλούς τόνους. Οι
φίλαθλοι, όμως, ήξεραν. Κάπου βαθιά μέσα τους ήξεραν ότι δεν επρόκειτο απλώς
για ενενήντα λεπτά ποδοσφαίρου. Ήξεραν ότι οι σκιές των Φώκλαντ θα βρίσκονταν
και αυτές στο γήπεδο. Ήξεραν ότι κάθε μονομαχία, κάθε πάσα και κάθε γκολ θα
αποκτούσε συμβολική σημασία. Για εκατομμύρια Αργεντινούς, εκείνο το παιχνίδι
έμοιαζε με μια ευκαιρία να διεκδικήσουν έστω ένα ίχνος αξιοπρέπειας απέναντι σε
έναν αντίπαλο που είχε νικήσει εκεί όπου πονούσε περισσότερο.
Στο κέντρο όλων αυτών στεκόταν ένας άνθρωπος. Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα.
Δεν ήταν απλώς ο αρχηγός της εθνικής ομάδας. Δεν ήταν απλώς ο καλύτερος
ποδοσφαιριστής της γενιάς του. Για πολλούς συμπατριώτες του είχε μετατραπεί σε
σύμβολο. Ήταν ο γιος των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες που είχε νικήσει τη
μοίρα του. Ο άνθρωπος που κουβαλούσε πάνω στους ώμους του τα όνειρα
εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει το αδύνατο να μοιάζει
φυσιολογικό. Όταν άγγιζε την μπάλα, οι φίλαθλοι δεν έβλεπαν μόνο έναν αθλητή.
Έβλεπαν μια υπόσχεση ότι η πραγματικότητα μπορούσε, έστω για λίγο, να λυγίσει
μπροστά στη θέληση.
Καθώς ο αγώνας προχωρούσε, η ένταση γινόταν όλο και πιο αισθητή. Κάθε φάση
έμοιαζε να ζυγίζεται από την ιστορία. Κάθε λεπτό περνούσε πιο αργά από το
προηγούμενο. Και τότε, στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου, συνέβη η στιγμή που
θα έμενε για πάντα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη του αθλητισμού. Η μπάλα
υψώθηκε στον αέρα μέσα στην αγγλική περιοχή. Ο Άγγλος τερματοφύλακας Πίτερ
Σίλτον βγήκε αποφασιστικά για να την απομακρύνει. Ήταν ψηλότερος, δυνατότερος
και θεωρητικά είχε κάθε πλεονέκτημα. Ο Μαραντόνα, πολύ πιο κοντός, έτρεξε προς
την ίδια κατεύθυνση γνωρίζοντας ότι δεν είχε σχεδόν καμία πιθανότητα να
κερδίσει τη μονομαχία με καθαρά ποδοσφαιρικούς όρους.
Για μια στιγμή, ο χρόνος έμοιασε να σταματά. Τα σώματα των δύο παικτών
βρέθηκαν στον αέρα. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν προς τη μπάλα. Και τότε το χέρι
του Μαραντόνα σηκώθηκε. Μια γρήγορη, σχεδόν αόρατη κίνηση. Ένα άγγιγμα που
διήρκεσε λιγότερο από αναλαμπή. Η μπάλα άλλαξε πορεία και κατέληξε στα δίχτυα.
Οι Αργεντινοί πανηγύρισαν με έκρηξη χαράς. Οι Άγγλοι πάγωσαν. Για ένα κλάσμα
του δευτερολέπτου ολόκληρο το στάδιο βρέθηκε ανάμεσα στην αμφιβολία και τη
βεβαιότητα.
Οι Άγγλοι παίκτες έτρεξαν προς τον διαιτητή διαμαρτυρόμενοι έξαλλα.
Έδειχναν το χέρι, φώναζαν, απαιτούσαν την ακύρωση του γκολ. Ο Τυνήσιος
διαιτητής Αλί Μπιν Νασέρ, όμως, δεν είχε δει την παράβαση. Το γκολ μέτρησε. Η
απόφαση ήταν οριστική. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ένα περιστατικό που υπό άλλες
συνθήκες θα αποτελούσε απλώς μια αμφιλεγόμενη φάση μετατράπηκε σε ιστορικό
γεγονός. Το παιχνίδι είχε αλλάξει. Και μαζί του είχε αλλάξει και η θέση του
αγώνα στη μνήμη των λαών.
Αργότερα, όταν ο Μαραντόνα θα περιέγραφε εκείνη τη στιγμή ως «λίγο με το
κεφάλι του Μαραντόνα και λίγο με το χέρι του Θεού», θα γεννιόταν ένας από τους
πιο διάσημους μύθους του παγκόσμιου αθλητισμού. Ωστόσο, για πολλούς Αργεντινούς
η σημασία εκείνου του γκολ ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια ενός ποδοσφαιρικού
τεχνάσματος. Μέσα σε εκείνη την παράνομη επαφή με την μπάλα έβλεπαν κάτι
βαθύτερο. Έβλεπαν μια συμβολική πράξη ανυπακοής απέναντι στους ισχυρούς.
Έβλεπαν μια στιγμή όπου οι ταπεινωμένοι κατάφεραν να ξεγελάσουν τους νικητές.
Έβλεπαν μια φανταστική, σχεδόν μυθική αποκατάσταση μιας πληγής που η
πραγματικότητα δεν είχε καταφέρει να θεραπεύσει.
Εκείνη την ώρα, σε σπίτια, καφενεία και πλατείες σε ολόκληρη την Αργεντινή,
άνθρωποι έκλαιγαν από συγκίνηση. Κάποιοι θυμήθηκαν αδέλφια και φίλους που είχαν
χαθεί στα Φώκλαντ. Άλλοι θυμήθηκαν τις ημέρες της ταπείνωσης και της σιωπής
μετά την ήττα. Για μια στιγμή, το ποδόσφαιρο λειτούργησε σαν γλώσσα που
μπορούσε να εκφράσει όσα δεν είχαν ειπωθεί ποτέ. Δεν έσβησε τον πόνο. Δεν έφερε
πίσω τους νεκρούς. Δεν άλλαξε την ιστορία. Έδωσε όμως σε έναν ολόκληρο λαό την
αίσθηση ότι μπορούσε, έστω για λίγα λεπτά, να σταθεί ξανά όρθιος.
Μέσα σε εκείνο το χέρι χωρούσαν αναμνήσεις, τραύματα, ήττες και ελπίδες.
Χωρούσε ένας ολόκληρος πόλεμος και όλα όσα άφησε πίσω του. Δεν χωρούσε όμως η
συγχώρεση. Γιατί οι μεγάλες ιστορικές πληγές δεν κλείνουν με ένα γκολ. Ούτε με
μια νίκη. Ούτε με έναν θρύλο. Παραμένουν ζωντανές μέσα στις μνήμες των
ανθρώπων, αλλάζοντας μορφή καθώς περνούν τα χρόνια.
Και έτσι, εκείνο το απόγευμα στο Αζτέκα, ο κόσμος δεν είδε απλώς ένα
ποδοσφαιρικό γκολ. Είδε τη γέννηση ενός συμβόλου. Είδε πώς πέντε δευτερόλεπτα
μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη από χρόνια συγκρούσεων, πολιτικών
αποφάσεων και στρατιωτικών εκστρατειών. Είδε πώς ένας άνθρωπος, μια μπάλα και
μια στιγμή μπορούν να μετατραπούν σε θρύλο.
Αυτή είναι η ιστορία εκείνων των πέντε δευτερολέπτων. Η ιστορία μιας
στιγμής που για κάποιους ήταν απάτη, για άλλους δικαίωση και για όλους ένα
κομμάτι αθανασίας. Η ιστορία πέντε δευτερολέπτων που αντήχησαν πιο δυνατά από
τέσσερα χρόνια κανονιών.
Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου