ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΟΝ «ΜΙΚΡΟ ΣΕΡΙΦΗ»
[Του Τάκη Ευθυμίου]
Πριν από λίγες μέρες, έπεσε στα χέρια μου ένα παλιό τεύχος του αγαπημένου περιοδικού «Μικρός Σερίφης». Το κράτησα για λίγο στα χέρια μου, το περιεργάστηκα με τη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν ξανασυναντά έναν παλιό, αγαπημένο φίλο και, ύστερα, άρχισα να το ξεφυλλίζω αργά, σχεδόν ευλαβικά. Κι εκεί, ανάμεσα στις κιτρινισμένες σελίδες του και στις γνώριμες εικόνες του, άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι του χρόνου. Χίλιες δυο αναμνήσεις αναδύθηκαν από τα βάθη της μνήμης μου, ενώ συναισθήματα ξεχασμένα, μα ποτέ πραγματικά σβησμένα, πλημμύρισαν την ψυχή μου. Ήταν σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα μικρό παράθυρο στο παρελθόν και να μπήκε μέσα του η ευωδιά μιας ολόκληρης εποχής. Της δικής μας εποχής. Των παιδικών μας χρόνων.
Ήμασταν μόλις επτά χρονών πιτσιρίκια, όταν, στις 13 Νοεμβρίου 1962, κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του εβδομαδιαίου περιοδικού. Μια ημερομηνία που μπορεί τότε να πέρασε απαρατήρητη για τους περισσότερους, όμως για εμάς έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα τα παιδικά μας χρόνια. Χωρίς να το γνωρίζουμε, εκείνη την ημέρα δεν αποκτούσαμε απλώς ένα καινούριο ανάγνωσμα. Ανοίγαμε την πόρτα σε έναν μακρινό, συναρπαστικό κόσμο, που θα μας συντρόφευε για χρόνια και θα άφηνε το δικό του αποτύπωμα στην καρδιά μας.
Ήμασταν τυχεροί στον Άγιο Γεώργιο, το αγαπημένο μας χωριό, γιατί υπήρχε ένας φιλοπρόοδος άνθρωπος, ο Π. Μητσάκης, που διατηρούσε βιβλιοπωλείο. Σε εκείνον χρωστούσαμε, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουμε τότε, ένα μικρό κομμάτι από τη μαγεία των παιδικών μας χρόνων. Στην αρχή, ελάχιστα παιδιά προμηθεύτηκαν το περιοδικό. Μα η περιέργεια, ο ενθουσιασμός και, κυρίως, η δύναμη μιας όμορφης ιστορίας έκαναν γρήγορα το θαύμα τους. Από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα, ο «Μικρός Σερίφης» άρχισε να γίνεται γνωστός και σύντομα έγινε ανάρπαστος.
Λένε πως η πρώτη του κυκλοφορία συνέπεσε με μια βροχερή μέρα. Κι όμως, όσο κι αν ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος, στις παιδικές μας ψυχές είχε μόλις ανατείλει ένας λαμπερός ήλιος. Γιατί ο Τζιμ Άνταμς, ο δικός μας Τζιμ, ερχόταν από την Άγρια Δύση για να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους συντρόφους της παιδικής μας ηλικίας. Μαζί του, ο αχώριστος Πεπίτο Γκονζάλες, η γενναία Ντιάνα Μόρισον και το μικρό Ινδιανάκι, ο Τσιπιρίπο, μας καλούσαν να τους ακολουθήσουμε στις ατέλειωτες περιπέτειές τους, εκεί, στα απέραντα τοπία του Φαρ Ουέστ, όπου οι νόμοι συχνά παραβιάζονταν, η βία παραμόνευε σε κάθε γωνιά και η δικαιοσύνη έπρεπε πολλές φορές να κερδηθεί με αγώνα και αυταπάρνηση.
Για εμάς, όμως, εκείνος ο κόσμος δεν ήταν απλώς ένας τόπος με καουμπόυδες, Ινδιάνους, ληστές και καταδιώξεις. Ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν αξιών, μια μικρή σχολή ζωής, όπου το καλό και το κακό συγκρούονταν αδιάκοπα και όπου η τιμιότητα, η ανδρεία, η φιλία και η πίστη στο δίκαιο έβρισκαν πάντα τη θέση που τους άξιζε. Οι ήρωές μας ζούσαν σε μια σκληρή εποχή, σε έναν τόπο όπου η δύναμη των όπλων χρησιμοποιούνταν συχνά για άδικους σκοπούς. Κι όμως, εκείνοι κατόρθωναν να διατηρούν ακέραιο τον χαρακτήρα τους, να υπερασπίζονται τους αδύναμους, να στέκονται απέναντι στην αδικία και να αποδεικνύουν πως ο πραγματικός ηρωισμός δεν βρίσκεται στη δύναμη του πιστολιού, αλλά στη δύναμη της ψυχής.
Βέβαια, πίσω από τις περιπέτειες, τις αγωνίες και τις ανατροπές βρίσκονταν οι συγγραφείς, οι άνθρωποι που έδιναν ζωή στους ήρωες και ύφαιναν με τη φαντασία και την πένα τους τις συναρπαστικές ιστορίες τους. Εκείνοι ήταν που περνούσαν, άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε πιο φανερά, τα διδάγματά τους στις παιδικές μας ψυχές. Κι εμείς, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μαθαίναμε να ξεχωρίζουμε το δίκιο από το άδικο, να αποστρεφόμαστε την κακία και την ατιμία, να εκτιμούμε τη φιλία και να θαυμάζουμε εκείνους που υπερασπίζονταν τις αξίες τους ακόμη κι όταν αυτό απαιτούσε θυσίες.
Τον επόμενο χρόνο ήρθε να προστεθεί στη χαρά μας και ένας ακόμη αγαπημένος σύντροφος: ο «Μικρός Καου-μπόυ». Αρχικά μηνιαίο και στη συνέχεια εβδομαδιαίο περιοδικό, με τους ίδιους αγαπημένους ήρωες, διπλασίασε την ανυπομονησία μας και έκανε τις μέρες της αναμονής ακόμη πιο βασανιστικές. Τώρα πια, είχαμε δύο λόγους να μετράμε τον χρόνο, δύο μικρούς θησαυρούς να περιμένουμε, δύο παράθυρα ανοιχτά προς έναν κόσμο γεμάτο περιπέτεια και συγκίνηση.
Πόση χαρά χωρούσε τότε σε ένα τόσο μικρό παιδικό χέρι! Πόση προσμονή κρυβόταν σε εκείνα τα λιγοστά λεπτά μέχρι να φτάσουμε στο βιβλιοπωλείο και να πάρουμε στα χέρια μας το καινούριο τεύχος! Το ξεφύλλισμά του ήταν μια μικρή ιεροτελεστία. Η πρώτη ματιά στο εξώφυλλο, η αναζήτηση της συνέχειας της ιστορίας, η αγωνία για την τύχη των ηρώων, η βιασύνη να διαβάσουμε τι είχε συμβεί και η λαχτάρα να μάθουμε πώς θα τελείωνε η περιπέτεια. Κάθε τεύχος ήταν μια καινούρια υπόσχεση, ένα ταξίδι που άρχιζε μόλις ανοίγαμε την πρώτη σελίδα.
Και το ταξίδι αυτό δεν το κάναμε μόνοι μας. Το μοιραζόμασταν με τους φίλους μας, με τα άλλα παιδιά του χωριού, με εκείνη την όμορφη συντροφιά που δημιουργούσε η κοινή αγάπη για τους ίδιους ήρωες. Συζητούσαμε τις περιπέτειές τους, διαφωνούσαμε για τις αποφάσεις τους, αγωνιούσαμε για την τύχη τους και παίρναμε θέση δίπλα τους, σαν να ήμασταν κι εμείς μέλη της αχώριστης παρέας τους. Απεχθανόμασταν τους κακούργους και τους ληστές, θυμώναμε με τις αδικίες τους και χαιρόμασταν όταν η δικαιοσύνη θριάμβευε. Στα μάτια μας, ο Τζιμ Άνταμς και οι φίλοι του δεν ήταν απλώς φανταστικοί ήρωες. Ήταν πρότυπα, συνοδοιπόροι και, με έναν παράξενο τρόπο, φίλοι αληθινοί.
Κάποιοι θεωρούσαν τότε τέτοιου είδους αναγνώσματα παραφιλολογία, κάτι κατώτερο από τα «σοβαρά» βιβλία, μια απλή διασκέδαση χωρίς ιδιαίτερη πνευματική αξία. Εμείς, όμως, γνωρίζαμε από την εμπειρία μας κάτι διαφορετικό. Οι ιστορίες αυτές μάς έφερναν κοντά στο διάβασμα, μας καλλιεργούσαν την αγάπη για τον γραπτό λόγο, μας βοηθούσαν να εμπλουτίζουμε το λεξιλόγιό μας και, μέσα από την επαναλαμβανόμενη ανάγνωση, να εξοικειωνόμαστε με τις λέξεις και την ορθογραφία τους. Κυρίως, όμως, μας μάθαιναν να αγαπάμε τις ιστορίες, να ταξιδεύουμε με τη φαντασία μας και να αναζητούμε πίσω από τις περιπέτειες ένα νόημα βαθύτερο από την ίδια την πλοκή.
Στα χρόνια εκείνα, το χαρτζιλίκι μας ήταν λιγοστό και μετρημένο. Κι όμως, το διαχειριζόμασταν με τη σοβαρότητα μικρών ανθρώπων που είχαν έναν μεγάλο σκοπό. Φροντίζαμε να αποταμιεύουμε, δεκάρα τη δεκάρα, όσα μπορούσαμε, για να εξασφαλίσουμε το καινούριο τεύχος. Κάθε νόμισμα που έμπαινε στην άκρη μάς έφερνε ένα βήμα πιο κοντά στη χαρά της επόμενης αγοράς. Κι όταν επιτέλους το περιοδικό βρισκόταν στα χέρια μας, νιώθαμε πως όλη εκείνη η μικρή οικονομία των προηγούμενων ημερών είχε ανταμειφθεί με το παραπάνω.
Υπήρχε, βέβαια, και ένας άλλος τρόπος να γνωρίζουμε περισσότερες περιπέτειες: η ανταλλαγή των τευχών. Δίναμε το ένα, παίρναμε το άλλο, δανειζόμασταν, επιστρέφαμε, ξαναδιαβάζαμε. Ένα τεύχος μπορούσε να περάσει από πολλά παιδικά χέρια και να χαρίσει σε κάθε αναγνώστη τη δική του ξεχωριστή συγκίνηση. Τα περιοδικά γίνονταν έτσι κάτι περισσότερο από προσωπικό απόκτημα. Γίνονταν αφορμή για συντροφικότητα, για μοίρασμα, για εκείνη την ανιδιοτελή χαρά της παιδικής ηλικίας, όταν η ευτυχία δεν μετριόταν με την αξία των πραγμάτων, αλλά με τη δυνατότητα να τα μοιράζεσαι.
Υπήρχαν, φυσικά, και οι φανατικοί συλλέκτες. Παιδιά που δεν αρκούνταν να διαβάζουν τις ιστορίες, αλλά ήθελαν να κρατήσουν κοντά τους κάθε τεύχος, να δημιουργήσουν τη δική τους πολύτιμη συλλογή, έναν μικρό θησαυρό που θα μεγάλωνε μαζί τους. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο φίλος μου ο Πάνος. Εκείνος φρόντιζε να προμηθεύεται όλα τα τεύχη και να τα φυλάει με επιμέλεια σε ένα ξύλινο κασόνι, στο υπόγειο του σπιτιού του. Ήταν η μεγαλύτερη συλλογή που γνωρίζαμε και τη θαυμάζαμε σαν κάτι μοναδικό. Για εμάς, εκείνο το κασόνι δεν έκρυβε απλώς χαρτιά τυπωμένα με μελάνι. Έκρυβε ολόκληρους κόσμους, αμέτρητες περιπέτειες, χαρές και αγωνίες, κομμάτια της παιδικής μας ζωής.
Δυστυχώς, κάποιος τα λιμπίστηκε και, με τρόπο που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε, τα εξαφάνισε μυστηριωδώς. Η στενοχώρια του Πάνου ήταν μεγάλη, μα ήταν και δική μου. Όχι μόνο επειδή ήμουν φίλος του, αλλά κι επειδή δανειζόμουν τα τεύχη του, τα διάβαζα, τα αγαπούσα και τα πονούσα σαν να ήταν δικά μου. Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, η ανάμνηση εκείνης της απώλειας αφήνει μια πικρή γεύση. Γιατί, όταν χάνεται κάτι που αγαπήσαμε στην παιδική μας ηλικία, δεν χάνεται μόνο ένα αντικείμενο. Χάνεται ένα κομμάτι από τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώσαμε, ένα μικρό καταφύγιο όπου βρίσκαμε χαρά, ασφάλεια και παρηγοριά.
Πέρασαν από τότε δεκαετίες ολόκληρες. Τα παιδικά μας χρόνια απομακρύνθηκαν, οι εποχές άλλαξαν, οι άνθρωποι μεγάλωσαν, οι δρόμοι της ζωής μάς οδήγησαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Άλλοι έφυγαν μακριά, άλλοι έμειναν στον τόπο μας, άλλοι δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. Ο Άγιος Γεώργιος που γνωρίσαμε ως παιδιά κουβαλά πλέον τη σιωπή του χρόνου, ενώ εμείς, άλλοτε χωρίς να το καταλαβαίνουμε κι άλλοτε με μια γλυκιά μελαγχολία, αναζητούμε μέσα στις αναμνήσεις μας εκείνες τις μικρές στιγμές που έκαναν τη ζωή μας τόσο απλή και τόσο όμορφη.
Κι όμως, υπάρχουν πράγματα που ο χρόνος δεν μπορεί να αγγίξει ολοκληρωτικά. Μπορεί να ξεθωριάσει τις εικόνες, να αλλοιώσει τις λεπτομέρειες, να σβήσει ονόματα και περιστατικά από τη μνήμη μας. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανίσει τη συγκίνηση που γεννά μια παλιά ανάμνηση, ούτε να διαγράψει εκείνα τα συναισθήματα που ρίζωσαν βαθιά μέσα μας. Γιατί η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς μια περίοδος της ζωής που αφήνουμε πίσω μας. Είναι ένας τόπος που συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας, ένας τόπος όπου επιστρέφουμε κάθε φορά που κάτι μικρό και απροσδόκητο μάς θυμίζει ποιοι ήμασταν και από πού ξεκινήσαμε.
Κάπως έτσι λειτουργεί και ο «Μικρός Σερίφης». Ένα παλιό τεύχος αρκεί για να γκρεμίσει, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, την απόσταση που χωρίζει το σήμερα από το χθες. Ξαφνικά, δεν είμαστε πια ενήλικες με τις έγνοιες, τις ευθύνες και τις απογοητεύσεις μιας ολόκληρης ζωής. Είμαστε πάλι εκείνα τα επτάχρονα παιδιά που περιμένουν με ανυπομονησία να φτάσει η μέρα της κυκλοφορίας, που τρέχουν στο βιβλιοπωλείο του κυρίου Μητσάκη, που κρατούν σφιχτά το καινούριο τεύχος και που, μόλις το ανοίξουν, ξεχνούν τα πάντα γύρω τους. Είμαστε πάλι παιδιά που πιστεύουν πως το δίκιο μπορεί να νικήσει, πως η φιλία είναι δύναμη και πως, ακόμη και μέσα σε έναν σκληρό κόσμο, αξίζει να παραμένεις τίμιος και ακέραιος.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο που μας χάρισαν εκείνα τα περιοδικά. Δεν μας έδωσαν μόνο στιγμές ξεγνοιασιάς και συναρπαστικές περιπέτειες. Μας έμαθαν να ονειρευόμαστε, να αγαπάμε το διάβασμα, να ξεχωρίζουμε τον ήρωα από τον κακοποιό, να αναζητούμε το δίκιο και να πιστεύουμε πως η ηθική δύναμη ενός ανθρώπου αξίζει περισσότερο από κάθε άλλη εξουσία. Μας χάρισαν, χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς διδακτισμούς, μικρά μα πολύτιμα μαθήματα ζωής, που ίσως τότε δεν κατανοούσαμε πλήρως, αλλά τα κρατήσαμε μέσα μας και τα κουβαλήσαμε, με τον δικό μας τρόπο, στην πορεία μας προς την ενηλικίωση.
Σήμερα, όταν ξαναπιάνω στα χέρια μου ένα παλιό τεύχος, αισθάνομαι πως δεν κρατώ απλώς ένα περιοδικό. Κρατώ ένα κομμάτι από τον χρόνο που πέρασε, μια γέφυρα που ενώνει το παιδί που ήμουν με τον άνθρωπο που έγινα. Κρατώ τις φωνές των φίλων μου, τις εικόνες του χωριού, τη μυρωδιά του χαρτιού, την προσμονή της καινούριας έκδοσης, την αγωνία της περιπέτειας και εκείνη την ανεκτίμητη αίσθηση πως ο κόσμος ήταν ακόμη γεμάτος ανακαλύψεις. Κρατώ, πάνω απ’ όλα, την αθωότητα μιας εποχής που δεν επιστρέφει, αλλά εξακολουθεί να ανασαίνει μέσα μας.
Γι’ αυτό και δεν θέλω να αποχαιρετήσω τον «Μικρό Σερίφη» σαν να ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Για εμάς που μεγαλώσαμε συντροφιά με τις ιστορίες του, δεν είναι απλώς μια παλιά εκδοτική ανάμνηση. Είναι ένας σύνδεσμος με τα παιδικά μας χρόνια, ένας κοινός κώδικας αναμνήσεων, ένας αγαπημένος φίλος που, ακόμη κι όταν έμενε για χρόνια μακριά από τα μάτια μας, δεν έφυγε ποτέ από την καρδιά μας.
Και τώρα, που ο χρόνος έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που τα μαλλιά μας άσπρισαν και τα χρόνια της αθωότητας μοιάζουν να χάνονται πίσω από έναν μακρινό ορίζοντα, έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να επιστρέφουμε για λίγο σε εκείνον τον κόσμο. Να ξαναδιαβάζουμε τις ιστορίες, να αναζητούμε τα παλιά τεύχη, να θυμόμαστε τους φίλους που τα μοιράστηκαν μαζί μας και να χαμογελάμε με τη γλυκιά νοσταλγία εκείνων που γνωρίζουν πως τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν είναι πάντοτε όσα αποκτήσαμε, αλλά όσα αγαπήσαμε βαθιά.
Κι αν με ρωτήσει κανείς τι ήταν για εμάς ο «Μικρός Σερίφης», θα του απαντήσω πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα εβδομαδιαίο περιοδικό. Ήταν η συντροφιά μας, η απόδρασή μας, το παράθυρό μας σε έναν κόσμο περιπέτειας, το πρώτο μας σχολείο αξιών και, χωρίς υπερβολή, ένα κομμάτι της ίδιας μας της ζωής. Ένα κομμάτι που μπορεί να πέρασαν δεκαετίες για να το ξαναβρούμε, αλλά που, μόλις το αγγίξουμε, αναγνωρίζουμε αμέσως πως μας ανήκει.
Σ’ ευχαριστούμε, Τζιμ Άνταμς!
Σ’ ευχαριστούμε για τα ταξίδια που μας χάρισες, για τις περιπέτειες που ζήσαμε κοντά σου, για τις αγωνίες και τις χαρές που μοιραστήκαμε, για τις αξίες που υπερασπίστηκες και για όλα εκείνα τα παιδικά απογεύματα που έκανες ομορφότερα. Σ’ ευχαριστούμε που, μέσα από τις κιτρινισμένες σελίδες των περιοδικών σου, εξακολουθείς να μας θυμίζεις πως, όσο κι αν μεγαλώνουμε, υπάρχει πάντα μέσα μας ένα παιδί που περιμένει να ξαναζήσει τη μαγεία.
Και μην ανησυχείς, παλιέ μας φίλε. Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, μπορεί οι ζωές μας να άλλαξαν, μπορεί να μην είμαστε πια τα παιδιά που περίμεναν με λαχτάρα το επόμενο τεύχος. Όμως, όσο υπάρχουν οι αναμνήσεις, όσο υπάρχει η αγάπη για τις ιστορίες σου και όσο η καρδιά μας εξακολουθεί να συγκινείται στο άκουσμα του ονόματός σου, θα συνεχίσουμε να είμαστε πάντα μαζί σου.
Γιατί ορισμένοι φίλοι δεν μεγαλώνουν ποτέ, δεν χάνονται στον χρόνο και δεν ξεχνιούνται. Μένουν για πάντα εκεί, στην πιο φωτεινή γωνιά της καρδιάς μας, να μας περιμένουν.
Κι εσύ, Τζιμ, είσαι ένας από αυτούς.
Τάκης Ευθυμίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου