TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Το γράμμα


Το γράμμα

 Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου, δασκάλου

Έψαξε τις τσέπες ενός παλιού σακακιού κι έπιασε ένα χαρτάκι διπλωμένο, κιτρινισμένο και φθαρμένο απ’ τα χρόνια, έτοιμο να σκορπίσει. Άρχισε να το ξεδιπλώνει προσεχτικά και προσπάθησε να διαβάσει τις μισοσβησμένες αράδες του.

Εν Δομοκώ τη 23 Μαΐου 1974…

Ήταν ένα γράμμα που έγραψε τον καιρό της νιότης, εμφορούμενος από ενθουσιασμό, πάθος και αγάπη για μια συμμαθήτριά του και που ποτέ δεν της το έδωσε.

Ήταν άνοιξη, τότε που φουντώνουν περισσότερο οι καρδιές, τότε που το σπίτι δεν σε χωράει και θέλεις να τρέξεις στις εξοχές, στα περβόλια, στα πράσινα λιβάδια και στα σοκάκια που διαβαίνουν σεργιάνι οι κοπελιές. Τότε που ο νους τα είχε όλα εύκολα, ταξίδια, όνειρα κι ανηφοριές.

Σκέφτηκε να το κρατήσει, μα γρήγορα μετάνιωσε. Τι νόημα θα είχε να γυρίζει σ’ ένα παρελθόν που κιτρίνισε σαν το ερωτικό γράμμα. Ξύνουμε πληγές με τα νύχια μας, για πράγματα, που δεν ξανάρχονται κι ούτε αλλάζουν, σκέφτηκε.

Το άφησε πάνω στο γραφείο του ανοιχτό, να πάρει τον αέρα, τις ανάσες και το φως, που τόσο τα στερήθηκε τόσα χρόνια. Κάποτε, πικρή λέξη το κάποτε, κάποτε μιλούσε δυνατά για αισθήματα, για την ορμή της νιότης, για αγάπη. Τώρα είναι μια ξεθωριασμένη εικόνα. Ούτε το χρώμα των ματιών της δεν μπόρεσε να θυμηθεί, μόνο το γέλιο της θυμήθηκε το γαργαριστό, το μακρόσυρτο, που πρόδινε την παιδική ανεμελιά της.

Προσπάθησε να κάνει κάποιες δουλειές, όμως το μυαλό του γυρνούσε πάλι στο γράμμα, που τάραξε τα ήρεμα νερά της καθημερινότητάς του.

-Μπα σε καλό μου, τι το ‘θελα να το βρω σήμερα μπροστά μου; Ας παν στην ευχή τα παλιά μουρμούρισε.

Την άλλη μέρα, πήρε το γράμμα και τράβηξε κατά το ξωκλήσι του Αϊ-Μηνά. Έκατσε σ’ ένα βράχο κι αγνάντευε τη θάλασσα που έλουζε με αφρούς το ακρογιάλι.

-Πού να ‘σαι τώρα Κρινιώ, ήταν καλός ο δρόμος σου, έφτασες ως εκεί που ποθούσες; Εγώ δεν έφυγα ποτέ απ’ τον τόπο μου, τον έμαθα σπιθαμή- σπιθαμή, εσύ που βάδισες σε νέους δρόμους, αλλά σε ξένους τόπους, με άγνωστους ανθρώπους, πόσο θα ήθελα να μου διηγηθείς τις ιστορίες σου. Πόσο θα ήθελα να ξανακούσω το γέλιο σου, τα γαργαριστό, το μακρόσυρτο!

Μετά από πολλές ώρες περισυλλογής, αναπόλησης και αναμνήσεων πήρε τη στράτα του γυρισμού. Στο δρόμο έπιασε κι έσκιζε το γράμμα σε μικρά-μικρά κομματάκια και τ’ άφηνε να τα παίρνει ο άνεμος. Ένας μαγιάτικος αέρας που πάντα κρύβει τις ίδιες μυρουδιές και τους ίδιους νεανικούς έρωτες.

Γιώργος Ζούγρος

Δάσκαλος-Λαογράφος

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: