Βελούχι – Το Βουνό των Θρύλων και
της Λεβεντιάς
[Του Τάκη
Ευθυμίου]
Αγέρωχο και
περήφανο στέκει το Βελούχι, ο Τυμφρηστός, με την κορφή του να χάνεται μέσα στα
σύννεφα, λες και συνομιλεί με τους θεούς. Δεν είναι τυχαίο που η μυθολογία το
’δεσε με τον ομώνυμο βασιλιά, γιο του θεοποιημένου Σπερχειού ποταμού. Άλλοι
λένε πως το όνομά του το πήρε από το χρώμα της γης του — το χρώμα της τέφρας —
κι άλλοι πάλι πως «Βελούχι» στα σλάβικα σημαίνει λευκό βουνό, γιατί τον
περισσότερο χρόνο η κορφή του είναι σκεπασμένη με χιόνι. Ό,τι κι αν είναι,
τούτο το βουνό κουβαλά στις πλαγιές του ιστορίες και θρύλους, αίμα και δόξα,
παράδοση και τραγούδι.
Στις υπώρειες του, στη Βουλγάρα κάποτε έγινε μάχη φοβερή, τότε που οι Βούλγαροι προσπάθησαν να ξεφύγουν ύστερα από τη σφαγή του Σπερχειού. Μα οι ντόπιοι δεν τους άφησαν να περάσουν κι ο τόπος γέμισε κόκαλα και δόξα ελληνική. Τη μνήμη εκείνης της μέρας τη μνημόνεψε κι ο Παλαμάς στη Φλογέρα του Βασιλιά, επειδή τα βουνά τούτα είδαν το μακελειό και το χάρηκαν, όπως χαίρεται η λεβεντιά τη λευτεριά της.
Στα Καγκέλια,
πάλι, αντηχούν ακόμα τα τουφέκια του ’21. Εκεί οι καπεταναίοι του Τυμφρηστού
έστησαν καρτέρι στους Τουρκαλβανούς και τους χτύπησαν με αντρειοσύνη. Κι ας μη
νικήσαν ολοκληρωτικά, ο αγώνας τους έδειξε το πείσμα του ρουμελιώτικου γένους,
που δεν σκύβει κεφάλι ούτε στον πιο δυνατό αφέντη.
Μα τούτο το
βουνό δεν κρατά μονάχα αίμα και ιστορία· κρατά και μύθο. Στη χαράδρα του
Συμπεθερικού, λέει ο λαός, πέτρωσε ένα συμπεθερικό ολόκληρο, γιατί η μάνα της
νύφης καταράστηκε την κόρη της για την πλεονεξία της. Κι έτσι η φύση, με τα
δικά της σύνεργα, σκάλισε στις πέτρες την αμαρτία, για να θυμίζει στους
ανθρώπους πως η αχαριστία πληρώνεται.
Από τις
πλαγιές του ξεκινούν ποτάμια ορμητικά — ο Σπερχειός κι ο Καρπενησιώτης — που
ποτίζουν τα χωράφια και ζωντανεύουν τα χωριά. Εκεί, κάθε άνοιξη, ανεβαίνουν τα
κοπάδια και στήνουν οι τσοπάνηδες τους λατσούδινους καλύβες τους κοντά στις
βρύσες, να γεύονται το δροσερό νερό και τη γαλήνη της φύσης. Και τότες αντηχεί
το παλιό τραγούδι:
«Βελούχι μου περήφανο κι Οξυά ζωγραφισμένη,
λιώστε τα χιόνια γρήγορα να χορταριάσει ο τόπος.
Ν’ ανοίξει ο γαύρος κι η Οξυά να ισκιώσουν τα λημέρια,
να βγουν οι βλάχοι στα βουνά να βγουν και οι βλαχοπούλες»
Τώρα, οι
φλογέρες σώπασαν, μα οι ήχοι τους μένουν σμιλεμένοι στα έλατα και στα νερά. Το
Βελούχι, λίκνο κλεφτών και αρματολών, κρησφύγετο των αγωνιστών του Άρη στα
μαύρα χρόνια της κατοχής, εξακολουθεί να στέκει αγέρωχο. Σαν να φυλάει ακόμη τα
μυστικά της Ρούμελης, να κρατά άσβεστο το φως της λευτεριάς και να σκεπάζει με
το χιόνι του τις μνήμες ενός λαού που ποτέ δεν λησμονά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου