Ο δάσκαλος του χωριού
[Λαογραφήματα του Γιώργου Ζούγρου]
Την περασμένη χρονιά που ήταν και δίσεκτη, ο Στρατής έχασε τον πατέρα του κι έμεινε με την μάνα του, την Φρόσω. Τέτοιες μέρες ήταν δεκαπενταύγουστος και τώρα πλησίαζε το ετήσιο μνημόσυνο. Όπως ήταν το συνήθειο στο χωριό τους, όλοι έσφαζαν ένα πρόβατο, έκαναν ένα καζάνι φαγητό, που το πρόσφεραν στους συγχωριανούς για συγχώρεση. Ο Στρατής όμως όλα αυτά τα θεωρούσε παλιομοδίτικα, ξεπερασμένα κι αναχρονιστικά και δεν ήθελε να τηρήσει μια παράδοση που βαστούσε χρόνια στο χωριό τους. Η μάνα του μάταια τον παρακαλούσε, αλλά αυτός ανένδοτος.
-Θα γελάει το χωριό παιδάκι μ’, να μην τιμήσουμε την μνήμη του πατέρα σου; Εμείς έτσι τα βρήκαμε πάππου προς πάππου.
Στα λόγια της φαίνονταν διάχυτος κι απέραντος ο σεβασμός σ’ αυτά που τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους. Ο Στρατής σηκώθηκε ξεφυσώντας χολοσκασμένος και
προβληματισμένος, χωρίς να πει κουβέντα.
Το επόμενο πρωί σηκώθηκε νωρίς, έψησε έναν καφέ και κάθισε στο πεζούλι της αυλής.
Τότε τον πλησίασε η μάνα του, στρογγυλοκάθισε απέναντί του σ’ ένα σκαμνάκι και του λέει.
-Ξέρεις τί όνειρο είδα εψές Στρατή μου;
-Τί είδες ρε μάνα!
-Είδα το μπάρμπα σου, το Βαγγέλη τον συγχωρεμένο, περνούσε απ’ το δρόμο και κράταγε
ένα σκοινί και πίσω έσερνε ένα αρνί.
-Και σημαίνει αυτό ρε μάνα;
-Μετά είδα να περνάει κι ο πατέρας σου, που κράταγε ένα σκοινί και πίσω δεν είχε αρνί!
Ο Στρατής έβαλε τα γέλια, κατάλαβε πως δεν γινόταν να μην κρατήσει το έθιμο και είπε στη μάνα του.
-Εντάξει ρε μάνα θα το κάνουμε το έθιμο, όπως το θέλεις κι όπως πρέπει.
Όπως και στη ζωή, μια λύπη την διαδέχεται μια χαρά, έτσι και για τον Στρατή μετά το χαμό του πατέρα του και τα μνημόσυνα, ήρθε μια απρόσμενη ευχάριστη είδηση, ήρθε ο πρώτος διορισμός του μετά από χρόνια, ως δάσκαλος. Γεμάτος όνειρα, με όρεξη για δουλειά και προσφορά, ξεκίνησε για γράψει μια νέα σελίδα στη ζωή του, με μοναδικό όπλο την αγάπη του για τα παιδιά και το σχολείο.
Ένα ορεινό χωριό ήταν το Καπνοχώρι, αλλά πολύ γραφικό, μέσα στα ελάτια με κρύα νερά και βρυσούλες πετρόχτιστες, από παλιούς μαστόρους. Δεν δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί, άλλωστε οι χωριανοί του φέρθηκαν με αγάπη και σεβασμό, στο πρόσωπό του έβλεπαν τον άνθρωπο που θα μόρφωνε τα παιδιά τους.
Δίπλα στο σχολείο υπήρχε το σπίτι του δασκάλου. Το είχαν χτίσει οι χωριανοί με προσωπική εργασία, για να στεγάζεται κάθε δάσκαλος που έρχονταν εδώ. Ένα ισόγειο
πέτρινο σπιτάκι, μ’ ένα πανύψηλο καβάκι στο πλάι του. Η λεύκα αυτή έστεκε για χρόνια εκεί περήφανη για το μπόι της, σαν λαμπριάτικη λαμπάδα και σαν πιστό σκυλί να φυλάει το σπίτι του δασκάλου!
Τα απογεύματα ο Στρατής έκανε περιπάτους στους γύρω λόφους. Ήθελε να γνωρίσει και τον τόπο τους, όχι μόνο τους κατοίκους. Κοιτούσε με δέος τα ψηλά βουνά, που περίμεναν τα κοπάδια και τους τσελιγκάδες. Μερικές φορές άκουγε και ήχους φλογέρας μακρόσυρτους, σαν το φίδι που σέρνεται. Στις κορφές αυτών των βουνών νιώθεις πως φτάνεις πιο κοντά στο Θεό.
Μια Κυριακή μεσημέρι καθώς περνούσε απ’ το ποτάμι, άκουσε μια κοπέλα που
σιγοτραγουδούσε, ανάμεσα στις ιτιές και τις φτέρες. Σίμωσε αθόρυβα, ώσπου την είδε να πλένεται κι έμεινε άναυδος από την ομορφιά της. Μπορεί να μη φορούσε της Προύσας τα μετάξια, όμως έλαμπε σα νεράιδα στον καλοκαιριάτικο ήλιο. Η κοπέλα στάθηκε για λίγο στην όχθη του ποταμού κι ύστερα έκατσε σε μια μεγάλη άσπρη πέτρα, ανασήκωσε λίγο το λεπτό φουστανάκι της να μην βραχεί κι άπλωσε τα ποδαράκια της στο κρύο το νερό. Ύστερα με μια παιδική ανεμελιά έπιασε ένα αγαπημένο της τραγούδι, που σε λίγο έσμιξε με το βουητό του ποταμού. Νιάτα, δέντρα, πουλιά, αφρισμένα νερά, σε μια μαγεμένη φύση που
ξετυλίγονταν μπροστά στα πόδια της, που ούτε ο καλύτερος ζωγραφιστής δεν θα μπορούσε ν’ αποτυπώσει!
Στο γυρισμό έπιασε κι αυτός ένα τραγούδι!
“Μη τ’ αριοπλέκεις Ρήνα μ’ τα μαλλιά,
άιντε στις πλάτες μη τα ρίχνεις Κατερι-Ρηνούλα μου.
Κι από σχολειό Ρήνα μ’ να μη διαβείς,
άιντε ούτε κι από πλατεία Κατερί-Ρηνούλα μου.
Γιατί ‘ναι ο δάσκαλος Ρήνα μ’ παιδί
άιντε και θα τον βαλαντώσεις Κατερί-Ρηνούλα μου…”
Όσο βαίναμε προς το χειμώνα, το κρύο δυνάμωνε, οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια, άναβαν τα τζάκια και οι μεγάλες νύχτες θέλαν παρέα, κουβέντες, κάστανα και κρασί. Ο αγροφύλακας του χωριού ένα γεροδεμένο παλικάρι, που έμενε κοντά στο δάσκαλο πήγαινε τα βράδια και του έκανε παρέα. Πέρασαν τα χρόνια δεν παντρεύτηκε και ήξερε καλά τι θα πει μοναξιά.
-Αυτή ήταν η μοίρα μου δάσκαλε, να ξεμείνω μόνος ένα ξερό κούτσουρο, αλλά θα μου πεις πως ο καθένας παλεύει με τους δαίμονές του.
-Ήσουν πολύ μερακλής στα νιάτα σου, λένε οι φίλοι σου.
-Να σου πω δάσκαλε, όσα δεν μπορούσε να πει το στόμα τα έλεγε η μουσική κι όσα δεν μπορούσε να πει η μουσική τα έλεγε το σώμα με το χορό. Πώς αλλιώς να τα εξιστορήσεις!
Πότε
ο σεβντάς, πότε το ντέρτι και πότε οι
πίκρες και τα βάσανα της ζωής σε κάνουν
μερακλή! Όλες οι καρδιές έχουν τόσα να
πούνε κι όμως σιωπούνε και περπατάνε ο
καθένας το
δικό του ‘’Πράσινο μίλι’’…
Γιώργος Ζούγρος-Λαογράφος
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου