Η Ν Ε Ρ Ο Τ Ρ Ι Β Ι Α
[του Γιάννη Σαντάρμη]
Το υφάδι η υφάντρα απαρατά, το κέντημα η κεντήστρα
και το γλυκό μολόγημα κι αυτή η βαβά απαριάζει,
γιατί το πήρε η άνοιξη, κοντεύει καλοκαίρι,
τα χιόνια λιώνουν στα βουνά, τα κρούσταλλα στους χάβους
και ξεθολώνουν οι συρμές κι οι βρύσες λαγαρίζουν.
Τώρα που τρέχουν τα νερά μες στους γκρεμούς καθάρια,
καιρός για τη νεροτριβιά, καιρός για την ντριστίλα,
καιρός για νεροτρίβισμα στα μάλλινα υφασίδια.
Τώρα απ’ το κάθε σπιτικό κι από την κάθε πόρτα
πετιούνται δυο και τρεις οι νιες και τέσσερις ξεβγαίνουν
και ροβολάν στην κρέμαση, τραβάν στον καταρράχτη.
-Πού πάτε, νιες, πού πάτε, γριές, πού πάτε, παντρεμένες,
με τα σκουτιά τα μάλλινα, με τα χοντρά υφασίδια;
-Πάμε για τη νεροτριβιά, πάμε για την ντριστίλα,
για να νεροτριβίσουμε τα νιόυφαντα σκουτιά μας.
Τήρα ζαλίκι η Λεμονιά, τήρα μεριά η Πανώρια,
η Στυλιανή στην πλάτης της τήρα φόρτωμα που ‘χει
κι αυτή η μανιά η Θανάσαινα, που ‘ναι θεριακωμένη,
όλο το γοίκο η αβάσκαγη στον ώμο κουβαλάει!
Κι έχουν δεμένα τα σκουτιά και τα ζαλώματά τους
με τις τριχιές τις παρδαλές, τα φλώρα τα λιτάρια.



