ΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε καμία διάκριση μεταξύ πνευματικού και κοσμικού κράτους. Οι προφήτες και οι ιερείς ήταν υπάλληλοι του κράτους, απλοί αξιωματούχοι όπως ήταν οι στρατηγοί ή οι έφοροι. Υπήρχε επομένως μια αμοιβαία διείσδυση της πολιτικής εντός της θρησκείας και το αντίθετο, η οποία γινόταν φανερή κυρίως με τη μαντική, καθώς τα μαντεία κυρίως αναμείγνυαν τόσο τη θρησκεία με την πολιτική με τρόπο τελείως φυσικό και αναπόφευκτο. Στους χρόνους των σοφιστών που εμφανίσθηκαν περίπου τα μέσα του 5ου αιώνα, ανακαλύπτει κανείς πολλές ενδείξεις αυτής της αμοιβαίας επεμβάσεως. Αυτές οι ενδείξεις πολλαπλασιάζονται όταν οι χρησμοί, ψεύτικοι ή αληθινοί γίνονται για ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό πολιτικών ή φιλόδοξων ατόμων το πιο αποτελεσματικό μέσο, για να κάνουν την προπαγάνδα τους και να πετύχουν τους σκοπούς τους.
Η θρησκευτική πίστη διατηρούσε πλέον την δύναμη της μόνο ανάμεσα στο λαό. Οι ανώτεροι άρχοντες της πολιτείας έστελναν συνήθως πρέσβεις για να συμβουλευθούν το μαντείο και κάποιες φορές επισκέπτονταν αυτοπροσώπως τα προφητικά ιερά. Ήδη από τον 6ο αι. εμφανίζονται κάποιες ανησυχητικές μορφές χρησμολόγων, δηλαδή συλλογέων των χρησμών, οι οποίοι εμπορεύονταν παλιούς και σύγχρονους χρησμούς και ήταν ικανοί, για να ευχαριστήσουν τον πελάτη τους, να τον τροποποιήσουν χωρίς κανέναν δισταγμό.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον Αθηναίο Ονομάκριτο, ο οποίος εξορίστηκε εκ των Αθηνών από τον γιο του Πεισιστράτου, Ίππαρχο. Ο λόγος ήταν η σύλληψη του επ’ αυτόφωρο να προσπαθεί να παρεμβάλλει μέσα στην συλλογή του Μουσαίου ένα χρησμό που έλεγε ότι τα νησιά γύρω από την Λήμνο θα εξαφανίζονταν μέσα στη θάλασσα.
Ο Πεισίστρατος και οι γιοι του πράγματι υπήρξαν ερασιτέχνες συλλογείς χρησμών. Ο Κλεομένης το 510 π. Χ. είχε κατάσχει μια συλλογή προφητειών που άνηκε σ’ αυτούς και που περιείχε κυρίως χρησμούς, οι οποίοι προέλεγαν ότι η Αθήνα θα κατάφερε στη Σπάρτη χτυπήματα.









