ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ
Του Τάκη Ευθυμίου από
το βιβλίο του: "Μυθικά Παράξενα Όντα του Ελληνικού Χώρου"
Οι Καλικάντζαροι, τα
κακομούτσουνα, πονηρά και ενοχλητικά πλάσματα του Δωδεκαήμερου, έχουν άμεση
σχέση και με το Σπερχειό ποταμό της ιδιαίτερης πατρίδας μας καθώς και όλα τα ποτάμια, αφού, σύμφωνα με τις δοξασίες
του λαού μας, ζούσαν στους νερόμυλους, που αφθονούσαν παλιότερα στις παρόχθιες
περιοχές και χρησιμοποιούσαν ως κινητήρια δύναμη τα ζωογόνα νερά τους.
Οι Καλικάντζαροι έρχονταν στη
γη το Δωδεκαήμερο, δηλαδή το διάστημα από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα, για να
ταλαιπωρήσουν με τα αστείρευτα καμώματα τους, ανθρώπους και ζώα. Αποκαλούνται
από το λαό μας Καλικαντζούρια και Παγανά. Η ονομασία Παγανά προέρχεται από το
λατινικό όρο pagania που κατέληξε να σημαίνει
ειδωλολατρία. Pagus: αγροτική περιοχή, εξοχή. Paganus: ο χωρικός, ο κάτοικος της υπαίθρου και τελικά ο
ειδωλολάτρης, ο οπαδός των αρχαίων θρησκειών και μυστηρίων. Από εδώ προέρχεται
και η ονομασία «παγανιστής». Με την εμφάνιση του χριστιανισμού τα παγανιστικά
έθιμα συνεχίστηκαν ως ψευδοχριστιανικά μέχρι σήμερα, όπως για παράδειγμα οι
Αποκριές.
Οι Καλικάντζαροι θεωρούνταν
εκφραστές του τρόμου, του πειράγματος και της παρανομίας. Απεχθάνονται κάθε
μορφή εξουσίας, εκτός από τον αρχηγό
τους. Γι’ αυτό μπορεί ο λαός
μας να έδινε ονόματα Καλικάντζαρων στους διαβόητους λήσταρχους, όπως για
παράδειγμα: Γιαγκούλας, Καλαμπαλίκης, Μαγάρας, Τρικλοπόδης, Βραχνάς,
Ξεφτέρης...
Η παράδοση τους παρουσιάζει
με σωματικά και ψυχικά ελαττώματα και κουσούρια. Άλλοι είναι κουτσοί, άλλοι
στραβοί, άλλοι μονόφθαλμοι, μονοπόδαροι,
στραβοπόδαροι και γενικά όλα τα σακατιλίκια τα βρίσκεις απάνω τους. Το ίδιο
είναι και τα ρούχα τους τρισάθλια, ελεεινά και ξεσχισμένα. Οι γιαγιάδες μας
διηγούνταν στα εγγόνια τους την πιο συνηθισμένη ιστορία γι' αυτούς. «Δηλαδή ότι
τη γη βαστάει μια κολόνα με τέσσερις στύλους. Εκεί κάτω οι καλικάντζαροι
πασκίζουνε να κόψουν την κολόνα για να πέσει η γη. Για πριόνι χρησιμοποιούν
τρίχες από αλόγου ουρά. Δουλεύουν πεισματάρικα όλη τη νύχτα από των Φώτων ως τα
Χριστούγεννα και κοντεύουν να την κόψουν. Όταν όμως έρθουν τα Χριστούγεννα ,
αφήνουν τη δουλειά και έρχονται στον απάνω κόσμο να κάνουν τις ζαβολιές τους.
Τότε η κολόνα θρέφει ξανά τις δώδεκα ημέρες που λείπουν κι όταν κατεβαίνουν
κάτω αρχίζουν πάλι απ' την αρχή. Έτσι γίνεται πάντα και ποτέ δεν κατόρθωσαν να
την κόψουν.» Ακόμη διηγούνται διάφορες κωμικές σκηνές όπως ότι: «Ένας
μακροπόδαρος καβαλικεύει έναν κόκορα και τα πόδια του κρέμονται καταγής. Άλλος
πάλι κοντορεβιθούλης καβαλικεύει γάιδαρο ψηλό κι όταν πέφτει χάμω δεν μπορεί να
ξανανέβει.»