TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Πουλιά μου ταξιδιάρικα

ΠΟΥΛΙΑ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ
του Γιάννη Σαντάρμη

          Πουλιά μου ταξιδιάρικα, αυτού που φτερουγάτε,
          κι εμέ γιατί δεν παίρνετε στ’ ανάλαφρα φτερά σας,
          δε θέλω να με σύρετε, δε θέλω να με πάτε
          εκεί που εσείς παγαίνετε, στο κυκλογύρισμά σας.

          Μόν’ να με σιργιανίσετε, με πέταγμα ένα πλάνο,
          τι αυτό η καρδιά μου λαχταρεί, αυτό ποθεί κι ο νους μου,
          στη μάνα μου τη Ρούμελη και στο χωριό μου απάνω,
          να ιδώ γονιούς, να ιδώ αδερφούς, να ιδώ και τους δικούς μου.

Το τραγούδι του αγέρα

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ
του Γιάννη Σαντάρμη

               Από βιολί γλυκόχυτο τραγούδι δε χαλεύω,
               μήτε θέλω και παίξιμο τσοπάνικης φλογέρας,
               σ’ εσάς ποθώ, ανεμόδαρτες ραχούλες, για ν’ ανέβω,
               ν’ αφουγκραστώ περίγυρα τι τραγουδά ο αγέρας.

              Ν’ ακούσω τον τετράφωνο σκοπό που εκείνος ξέρει,
              με τη χινοπωριάτικη τι παίζει τη σταγόνα;
              τι τραγουδά την άνοιξη, τι λέει το καλοκαίρι
              και ποιο σέρνει τραχύλαλο τραγούδι το χειμώνα.

Ο χλωρόλογγος

Ο ΧΛΩΡΟΛΟΓΓΟΣ
του Γιάννη Σαντάρμη

               Ντύθηκε ο λόγγος φορεσιά πρασινοφυλλιασμένη,
               τ’ αρκοδοπούρναρα έζωσε στη μέση του σελάχι,
               ασφάκες για τσαρούχια του, ρουπάκια έχει για χλαίνη
               και τα παλιούρια τα χλωρά στριφτά μουστάκια τα ‘χει.

               Αρχοντονιός σα να ‘ναι λες, γαμπρός θαρρείς σα να ‘ναι,
               οπού ‘χει γάμο και χαρά, που κάνει πανηγύρι,
               καλεί στο γάμο τα πουλιά να γλυκοκελαηδάνε
               και τη φιδίσια ρεματιά καλεί χορό να σύρει!

Γλωσσάρι
αρκουδοπούρναρο, το = κοινή ονομασία του δασικού δένδρου έληξ ο οξύφυλλος, γνωστού και με τα ονόματα λιόπρινο και λιόπουρνο, γκύ.
ρουπάκι, το = είδος δρυός με ωραία χνουδωτά φύλλα (χνοώδης δρυς), ημεροδένδρο, ημεράδι.

Πηγούλες

ΠΗΓΟΥΛΕΣ
του Γιάννη Σαντάρμη
Παλιές πηγούλες στο Νιοχώρι Υπάτης
               Πηγούλες καντιοστάλαχτες και κρουσταλλοχιονάτες,
               πηγούλες π’ αναβρύζετε μες απ’ το βουνοχώμα,
               για σας συρίμια ανηφορώ, για σας διαβαίνω στράτες,
               για σας ιδρωτολούζομαι και λαχανιάζω ακόμα.

               Εγώ σκύβω στο φρύδι σας κι εσείς με τη δροσιά σας
               μου παίρνετε τ’ απόσταμα και το βουνίσιο ιδρώτα,
               κι όταν πλάγι σας στρώνομαι να φάω, με τα νερά σας,
               μελοκερήθρα γίνεται η μουσκευτή μπομπότα.

Ο πλάτανος

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ
του Γιάννη Σαντάρμη

               Μοσκοβολάει ο πλάτανος, καθώς περνώ από κάτω,
               γυρίζω και τον ξαγναντώ, απλώνω και τον πιάνω,
               το φύλλωμά του το χλωρό και το πολυχνουδάτο
               με κάνει και φτερνίζομαι, μα πίσω εγώ δεν κάνω.

               Άσε με, πλάτανε, άσε με να κόψω ένα σου φύλλο,
               να κόψω ένα κλωνάρι σου, στεφάνι να το πλέξω,
               να κόψω κι απ’ τα μήλα σου, ζευγαρωτό ένα μήλο,
               στ’ αυτιά μου να κρεμάσω το και σαν παιδί να παίξω.

Η αντάρα

Η ΑΝΤΑΡΑ
του Γιάννη Σαντάρμη

               Απόψε η νύχτα ανάβροχη και ασπροβουρκωμένη,
               αντάρες φέρνει απ’ τα βουνά και ντούχνες κουβαλάει,
               πρόβατο μες στο σούρουπο κανένα δεν προβαίνει,
               μονάχα ο λύκος φαίνεται, ο λύκος περπατάει.

               Κάποτε κάνα βέλασμα απ’ τα μαντριά αγροικιέται
               και κάνα απόφωνο βαθύ και σαλαγή τσοπάνη
               κι απ’ τις αχυροκάλυβες σταλοβολιά κρεμιέται,
               σα να ‘ναι στις αστρέχες τους καθάριο λες στεφάνι.

Γλωσσάρι
αγροικώ = ακούω, νιώθω, καταλαβαίνω.
αντάρα, η = ομίχλη, καταχνιά, κατσιφάρα.
αστρέχα, η = το γείσο της στέγης απ’ όπου στάζουν τα βροχόνερα.
ντούχνα, η = πυκνός καπνός, ομίχλη.
σαλαγή, η = φωνή ή σφύριγμα βοσκού στο κοπάδι για να ξεκινήσει ή ν’ αλλάξει κατεύθυνση.

Το φτεροζύγιασμα

ΤΟ ΦΤΕΡΟΖΥΓΙΑΣΜΑ
του Γιάννη Σαντάρμη

            Στο λαγαρό τον ουρανό και στην καθάρια μέρα
            φυσάει ο αγέρας του βουνού και κουρνιαχτό δε σκώνει,
            απ’ τη φωλιά του ο σταυραϊτός σιργιάνι βγαίνει πέρα,
            βγαίνει και τα τετράπλατα τρανά φτερά του απλώνει.

            Ίσιος φτερουζυγιάζεται μες στις ανάερες ρούγες,
            την πλάση απ’ τα μεσούρανα περίγυρα ξανοίγει,
            και τον αγέρα χαίρεται, που κρούει του τις φτερούγες,
            και για φαγί δε γνοιάζεται, μηδέ και για κυνήγι.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Η μέλισσα

Η ΜΕΛΙΣΣΑ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Ξανθοχρυσή μου μέλισσα, που στέκεις στα λουλούδια,
            που ‘χεις το μέλι στα φτερά και το κερί στα νύχια,
            με τ’ άνθια ο Απρίλης σε μεθά, ο Μάης με τα τραγούδια
            και ο γκρεμός με τις δροσιές και με τα πολυτρίχια.

            Στην κήρινα πας το κερί και στο κρηνί το μέλι
            και τα μελοσταλάγματα στου βράχου τη σχισμάδα
            κι ήθελα να ‘μουν τρυγητής, να φτάσω στην κυψέλη,
            να ιδώ με τι ταγίζεσαι, να ιδώ ποια αρμές γλυκάδα.

Γλωσσάρι
πολυτρίχι, το = βρύο, μούσκλι.
κήρινα, η = κυψέλη, κρηνί.

Ο ξέρακας

Ο ΞΕΡΑΚΑΣ
του Γιάννη Σαντάρμη


        Βρέχει κι αστράφτει και βροντά, βροντά, αστράφτει και βρέχει,
        και στέκ’ ο γέρο-έλατος μες στου βουνού το πλάι,
        τον πέτυχε αστραπόβολος, ξαπλωταριά τον έχει,
        τον πήρε αστροποσφόντυλο, τον βάρεσε και πάει.

        Τώρα απομένει ξέρακας· στον κούφιο τον κορμό του
        αράχνη ήρθε και φώλιασε κι ένα μελισσολόι,
        η αράχνη πως υφαίνει λες το μαύρο σάβανό του
        και το μελίσσι τραγουδά θανάτου μοιρολόι.

Γλωσσάρι
αστραπόβολο, το = βώλος σε σχήμα αυγού περιστεριού ή σφοντυλιού, χρώματος μαύρου ή καφέ, και πάρα πολύ βαρύς για τον όγκο του, που σχηματίζεται στη γη από μεταφερόμενες σ’ αυτή μεταλλικές ύλες κατά την πτώση κεραυνού, αστραποσφόντυλο.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Το νυχτοσκάρι

ΤΟ ΝΥΧΤΟΣΚΑΡΙ
του Γιάννη Σαντάρμη


           Να ‘τανε ξεφεγγάρωμα, να ‘τανε το φεγγάρι
           τον Αλωνάρη, το Θερ’στή κι όλο το καλοκαίρι,
           όξω στα βλαχολίβαδα να βγάζω νυχτοσκάρι
           τα πρόβατα, απ’ το σούρουπο ως το πρωινό τ’ αστέρι.

           Μέσα στην πλούσια αστροφεγγιά, που θα ‘ναι όξω σαν μέρα,
           να ‘ταν και το νυχτάηδονο πιο εκεί να ξαγρυπνάει
           κι όταν σωπαίνω κάποτε να παίζω τη φλογέρα,
           εκείνο να μου κελαηδεί και να μου τραγουδάει.

Γλωσσάρι
Αλωνάρης, ο = ο μήνας Ιούλιος που αλωνίζονται τα σιτηρά.
Θερ’στής, ο = ο μήνας Ιούνιος, που θερίζεται το σιτάρι.
νυχτοσκάρι, το = το νυχτερινό βγάλσιμο του κοπαδιού στη βοσκή.

Ο ασίκης του χορού

Ο ΑΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Εδώ που γίνεται ο χορός, που ‘ναι το πανηγύρι,
            όλος χορεύει ο ντουνιάς όλος χορεύει ο κόσμος,
            μα λείπει ο ασίκης του χορού, να μπει χορό να σύρει,
            λείπει ο ανθός της πατησιάς, της δρασκελιάς ο δυόσμος.

            Τον πάει στον τόπο το χορό, κολοκαθιά και γόνα
            κι όταν σηκώνει αδράσκελο, θεόψηλα πηδάει,
            πηδάει σαν να ‘ναι ζάρκαδος, λυγάει σαν την πλατόνα
            και δεν πατάει χάμου στη γη, μονάχα που πετάει.

Γλωσσάρι
αδράσκελο, το = η απόσταση του ανοίγματος των ποδιών, κατά το βηματισμό.
πλατόνα, η = είδος ελαφιού «έλαφος η δάμα» ή «έλαφος η πλατόκερως», με κηλίδες ανοιχτόξανθες στο καστανό χρώμα του σώματός του, με το μέρος της κοιλιάς και το εσωτερικό των ποδιών άσπρο, με ψηλά κέρατα που κλείνουν προς τα πίσω και στο επάνω μέρος ανοίγουν σαν πλατιά φύλλα φυτού στριμμένα.

Η βουργάρα

Η ΒΟΥΡΓΑΡΑ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Μελισσουργέ μου πλουμιστέ, βουλγάρα μου πανώρια,
            σα σε θωρώ στους ουρανούς απάνω ανεβασμένη,
            μου φεύγει κάθε μου καημός και κάθε μου ανημπόρια
            και κόσμοι μέσα μου ξυπνούν γλυκιοί και διαμαντένιοι.

            Κι όταν κάποτε αυτιάζομαι τραγούδι για να σέρνεις,
            τραγούδι που αχολαλεί, που βροντερό αγροικιέται,
            τότε ποθοπλαντάζομαι, το λογισμό μου παίρνεις
            κι ούτε η χαρά μου λέγεται κι ούτε και μολογιέται.

Οι πηγές

ΟΙ ΠΗΓΕΣ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Μωρέ γκούρες, μωρέ πηγές, μωρέ βρύσες στο λόγγο,
            ποιες είναι εδώ μικρότερες, ποιες είναι αλλού μεγάλες,
            άκου πως τρέχει το νερό, πως βγαίνει άκου με βόγγο,
            μεσ’ από τρύπες και σχισμές και μέσ’ από χαρπάλες.

            Δεν ξέρω εδώ ποιοι ήπιανε κι ακόμα ποιοι θα πιούνε,
            κάτσε να ζήψω εγώ σ’ αυτή και να νιφτώ στην άλλη,
            να μη μάθουν πως πέρασα και παραπονεθούνε
            ότι δε στάθηκα σε μια και νεροδάκρυα βγάλει!

Το ξάγναντο

ΤΟ ΞΑΓΝΑΝΤΟ
του Γιάννη Σαντάρμη


            ‘Πο σένα, ράχη της Οξυάς, «Ταμπούρι του Σαφάκα»,
            θέλουν να ιδούν τα μάτια μου και να καραουλίσουν,
            να ιδούν της Γούρας τα βουνά, του Ζητουνιού τη λάκκα
            και ξέμακρα του Δομοκού τη λίμνη ν’ αντρανίσουν.

            Και προς τα εδώ κοιτάζοντας να ιδώ πως κουβεντιάζουν
            Βαρδούσια από τη μια μεριά, Βελούχι από την άλλη,
            να ιδώ κι αυτές τις λαγγαδιές που μέσα τους κουρνιάζουν
            Κραββαροχώρια σωριαστά, παλιά ζωή μεγάλη.

Γλωσσάρι
αντρανίζω = βλέπω.
Γούρα, η = το βουνό Όθρυς.
καραουλίζω = βλέπω από ψήλωμα.
Κραββαροχώρια = χωριά της Ναυπακτίας.
λίμνη Δομοκού = η λίμνη της Ξυνιάδας Δομοκού, σήμερα αποξηραμένη.
Ταμπούρι του Σαφάκα = ήταν κάστρο χτισμένο στη Οξυά, αντίκρυ στη Σιτίστα, του Ρουμελιώτη καπετάνιου του 1821 Ανδρίτσου Σαφάκα, απ’ όπου βλέπει κανείς ολόγυρα πολύ μακριά.

Οι κυριαρίνες

ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΙΝΕΣ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Τώρα που χινοπώριασε, που πέφτουν οι ομίχλες
            και προμηνάν πίσω τους χειμώνας πως πλακώνει,
            καλώς τις, καλώς ήρθανε και του χωριού μου οι τσίχλες
            στη ρεματιά, στο διάσελο, στη βρύση και στ’ αλώνι.

            Χαρούλα που ‘χουν τα παιδιά, χαρούλα κι οι μεγάλοι,
            χαρά τρανή που ‘χω κι εγώ γι’ αυτές τις κυριαρίνες
            να τις θωρώ στον ουρανό, με χειμωνιά μεγάλη,
            μες στις νιφάδες να πετάν, να χάνονται σ’ εκείνες.

Η Βίστριζα

Η ΒΙΣΤΡΙΖΑ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Εσύ, καημένη Βίστριζα, ποτέ δεν μένεις στέρφη,
            ‘συ, με τα κεφαλάρια σου και με τις νερομάνες,
            το Σμοκοβίτη έχεις γονιό, το Γαρδικιώτη αδέρφι,
            έχεις και λιανοξάδερφα γράνες και παραγράνες.

           Η Καταβόθρα να ‘ν’ καλά, καλά και τα Βαρδούσια,
           καλά να ‘ναι κι αυτή η Οξυά, με τις πηγές που ορίζουν,
           βουνά ‘ναι και χιονίζονται κι έχουν τα χιόνια πλούσια,
           βουνά ‘ναι κι όλο βρέχονται και σε νεροταγίζουν.

Γλωσσάρι
Βίστριζα, η = ο αρχαίος Ίναχος, ο μεγαλύτερος παραπόταμος του Σπερχειού ποταμού, που σχηματίζεται από δύο μικρότερους χειμάρρους, το Γαρδικιώτη, που πηγάζει από την Οξυά και το Σμοκοβίτη, που πηγάζει απ’ τα Βαρδούσια και την Οίτη.

Ο γερο-έλατος

Ο ΓΕΡΟ-ΕΛΑΤΟΣ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Σαλεύει ο γερο-έλατος, ο έλατος της Γκιώνας
            τα κλώνια του τ’ αρίφνητα, τα ράμνα του τα μύρια,
            φέτο χιλιοπαρακαλεί μη ‘ρθει βαρύς χειμώνας
            και πέσουνε τα ρέτσια του, που ‘ναι σα θυμιατήρια.

            Γιατί θέλει τα ρόμπολα, μες στου χιονιά τη δίνη,
            σαν κύπελλα να τα βαστά, σαν κούπες να τ’ απλώνει
            κι αντί θυμιάμα μέσα τους να καίει ξανθό ρετσίνι,
            να λιβανίζει ολόγυρα, την πλάση να μυρώνει.

Γλωσσάρι
θυμιάμα, το = λιβάνι.
ράμνα, τα = κλαδιά.
ρέτσι ή ρέτζι, το = το κουκουνάρι του ελατιού, ρόμπολο.


Ο σπίνος

Ο ΣΠΙΝΟΣ
του Γιάννη Σαντάρμη


            Λάλα το, σπίνο μ’, λάλα το κατάκορφα στην κλάρα
            κι εγώ κοντά σου κάθομαι και σταίνω αυτί κι ακούω,
            ακούω τ’ ώριο σου λάλημα με μια γλυκιά λαχτάρα
            και το λιογκάρι σταματώ, π’ ώρα παίζω και κρούω.

            Να κελαηδήσεις φρόνιμα, να μην παραλαλήσεις
            και τ’ αηδονάκι σ’ αυτιαστεί, που εκεί σιμά φωλιάζει,
            τη νύχτ’ αυτό παθιάζεται με το σκοπό της βρύσης,
            πρόσεξε από τον λάλο σου μην πέσει σε μαράζι.

Γλωσσάρι
λιογκάρι, το = παλιό βιολί.
λάλος, ο = κελάηδημα.