TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΚΟΛΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΚΟΛΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Ξυνογαλάδες

ΞΥΝΟΓΑΛΑΔΕΣ

(Του Σεραφείμ Τσιτσά)

 


Ξυνογαλάδες ονομάζονταν οι κάτοικοι του Λιδωρικιού κι όλης της ενδοχώρας της Δωρίδας, γιατί το κυριότερο επάγγελμά τους ήτανε, μέχρι προ τινος, αυτό του κτηνοτρόφου. Η ορεινή και δύσβατη χώρα τους, από τα χειμαδιά της ποταμιάς του Μόρνου έως την Αρτοτίνα και τις γυμνές κορφές των Βαρδουσίων είναι ένας απέραντος βοσκότοπος. Έτσι η ζωή τους περ­νούσε ανάμεσα σε στάνες και γιδοπρόβατα, ανάμεσα σε τσελιγκάτα, σε μπι­στικούς και τσοπάνους, ανάμεσα σε γάλατα, βούτυρα και τυριά. Στα χρό­νια μας, όλα αυτά αρχίζουν να περνούν στο πεδίο της Λαογραφίας.

Ένα από τα κτηνοτροφικά τους προ­ϊόντα ήταν το ξυνόγαλο. Αυτό δηλαδή που μένει από την αποβουτύρωση του γίδινου γάλακτος. Πριν επινοηθούν οι «φυγοκεντρικές» μηχανές, που ξελιγώνουν το γάλα και βγάζουν ύστερα το τυρί νηστήσιμο, σαρακοστιανό, η αποβουτύρωση στα χωριά μας γί­νονταν με το χτύπημα σε ξύλινες κοπανοκάδες, τη βούρτσα ή μποτινέλο ή καράμπα, όπως λένε στα διάφορα μέρη αυτά τα εγχώρια βιοτεχνικά σύνεργα.

Το κοπανισμένο γιδόγαλο, απ’ το οποίο έχουν βγάλει το βούτυρο, είναι το ξυνόγαλο. Ξυνούτσικο και δροσερό, όταν μάλιστα είναι φρέσκο, με τα σπιθουράκια του, είναι ορεκτικότατο το καλοκαίρι.

Πολλοί Λιδωρικιώτες  ξυνογαλάδες εγκατέλειψαν τα παλιά χρόνια τα βουνά της Δωρίδας κι εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα, όπου βρήκαν την τύχη τους με τα γάλατα, τα βούτυρα και τα τυριά. Ένας απ’ αυτούς — όπως μολογάει μια εύθυμη παλιά ιστορία — είχε ανοίξει γαλατάδικο στην πρω­τεύουσα. Στο χωριό του, όταν ήτανε τσοπάνος, παράδινε το γάλα του κο­παδιού του ανόθευτο, όπως το άρμεγε.

Κανένας δεν τολμούσε τα χρόνια  εκείνα να το νοθέψει, γιατί γίνονταν γρου­σουζιά στη στάνη κι έπεφτε αρρώστια απάνω της.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

"Το άρμεγμα" πίνακας


«Το Άρμεγμα»
Θαυμάσιος πίνακας με παραδοσιακό θέμα,
της σαρακατσάνισσας ζωγράφου Ασπασίας Μπούρχα!

Πηγή: Ioannis Elatos Makkas
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Η γκλίτσα


Η Γκλίτσα
Του Κώστα Φλώρου (Περαστικού)
Φωτο: Τάκης Ευθυμίου-Γκλίτσες από Αγιωργίτες ξυλογλύπτες

Η Γκλίτσα, είναι το απαραίτητο εργαλείο των κτηνο­τρόφων των βουνών και των κάμπων, όλης της οικουμέ­νης, αλλά και το χρησιμότατο βοήθημα και όλων των άλ­λων κοινών θνητών, γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων.
Είναι ένα έξυπνο εφεύρημα των ανθρώπων όλων των κατοικημένων χώρων, προπαντός των ανθρώπων του χωριού και της στάνης. Το χρησιμοποιούν οι κτηνοτρόφοι για να οδηγούν τα κοπάδια τους, σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Να τα στομώνουν, όταν θέλουν να τους δώσουν σω­στή πορεία, αλλά και να τσακώνουν με αστραπιαία κίνη­ση τα γιδοπρόβατά τους, όταν θέλουν να τακτοποιήσουν τις ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους.
Γκλίτσα ή αγκυλίτσα, λέγεται επειδή έχει μια αγκύλη (έ­να γκλιτσάρι) στο πάνω μέρος, μιας ξύλινης ράβδου, ενός μπαστουνιού, μιας βακτηρίας, ενός ματσουκιού ή ματσού­κας, από σκληρό ξύλο αγριελιάς, κρανιάς, καστανιάς, κέ­δρου ή οξυάς. Το άγκιστρο αυτό, το γκλιτσάρι, η αγκύλη, έχει δώσει την κοινή ονομασία: αγκυλίτσα ή αγκλίτσα ή γκλίτσα, αποτελεί δε ένα ξυλογλυπτικό καλλιτέχνημα. Η αγκύλη ή γκλιτσάρι, στο μπροστινό μέρος του παριστάνει μια κεφαλή ζώου, που μοιάζει, άλλοτε με λιοντάρι, άλλο­τε με λύκο, άλλοτε με σκυλί και άλλοτε με ζαγάρι. Στο πίσω μέρος, μοιάζει με ουρά γοργόνας ή με μια πλεξούδα τσελιγγοπούλας, αν δε μοιάζει με αρειμάνιο μουστάκι κτηνοτρόφου.
Ο κάθε καλλιτέχνης, είτε του βουνού, είτε του κάμπου, βάζει όλο του το μεράκι κι ο κάθε κάτοχος, καμαρώνει, ανάλογα με τα γούστα ή τα αισθήματα του.
Η γκλίτσα είναι γνωστή και σα ματσούκα ή ματσούκι. Αλίμονο σ' εκείνο το ζώο δίποδο η τετράποδο που θα προσπαθήσει να ξυστεί στη γκλίτσα κάποιου τσοπάνου! Είπαμε, πως είναι εργαλείο των κτηνοτρόφων κι ό­λων των χωρικών της οικουμένης, που το χρησιμοποιούν, για να εξυπηρετούν πολλές και διάφορες ανάγκες τους, προπαντός ν' ακουμπούν, όπως ακουμπούν στα μπα­στούνια τους οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας των πόλεων, οι ευγενείς και λιμοκοντόροι.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Το αρμάτωμα


ΤΟ ΑΡΜΑΤΩΜΑ
[Του Γιάννη Σαντάρμη]

                                    Στονα μαντρί τα πρόβατα, στ' άλλο μαντρί τα γίδια
                     κι ολόγυρα στους οβορούς, στους φράχτες, στα παλούκια
                     κρέμουνται αρμάθες τα κυπριά κι αρμάθες τα κουδούνια.
                     0 τσέλιγκας από μαντρί σάλλο μαντρί παγαίνει
                     και διαλαλεί στους μπιστικούς, στους κρεμαστάδες κράζει.
                     — Για ξεκρεμάστε τα διπλά και τα βαριά κουδούνια,
                   
τα πράτα ναρματώσουμε και τα κουφά τα γίδια,
                    τι μοιάζουν σαν την εκκλησιά που σήμαντρο δεν έχει.
                    Μέσα στις δυο τους τις κοπές, στα δυο κοπάδια του έχει
                    τους παραγιούς που κουβαλάν, τους ψυχογιούς που φέρνουν,
                    που κουβαλάνε τα κυπριά, που φέρνουν τα κουδούνια.
                    Κάθε τσοπάνης κι ένα ζο βαστάει και ταρματώνει.
                    — Άλλος γαλαροκούδουνα θηλιάζει στις γαλάρες,
                   
άλλος στα στέρφα πρόβατα περνάει στερφοβροντάρια,
                   
άλλος στα στραβομύτικα τα κριάρια κόθρα δένει
                    και στα γκεσέμια τα τρανά, που σέρνουν το κοπάδι,
                    άλλος με διπλοκλείδωτη και πυξαρένια ζεύλα
                    κρεμάει πίπα τριοκάρικη, κρεμάει πίπα μεγάλη,
                    πουχει πλουμίδια στα πλευρά, σκαρπιάδες κεντημένους,
                    πουχει το στόμα το πλατύ και το μακρύ γλωσσίδι.
                    — Πιάσε, Νούλα, το ζάβαλο μηλιόρι με τη γκλίτσα
                    και
τσάκωσε και τάζαπο ζυγούρι απτο ποδάρι
                    και φόρα στονα κυπριοτό, στάλλο τραχύ κουδούνι
                    νακούγω την αχούρα τους και να μου δίνει γνώρο
                    σε ποιο να βόσκουν γούπατο, σε ποια να σκύβουν γκούρα.