O Βασιλιάς και το άλογό του
– Αραβικό μου άτι, γλήγορο φαρί,
την Πόλη έζωσε ο Τούρκος, την ξεμόνωσε
και σελώνω σε,
να βγούμε για χουσμέτι, για στρατί μακρύ.
– Ω, ρήγα μου αντρειωμένε, άξιε βασιλιά,
εγώ ’μαι το φαρί σου και τ’ αλόγατο,
για μολόγα το.
Γιατί έβανες στη σέλα σκάλες και σκαλιά;
Σπιρούνια έχεις τα πόδια, φτερνιστήρια δυο,
κρατείς μύρια στα χέρια χρυσοφλάμπουρα,
πυργοτάμπουρα
πότε από κει κοιτάζεις, πότε κι από δω.
– Τα φλάμπουρα δεν τα ’χω τούτα για μεντζί,
δε βγαίνω στα καλά μου τα καθούμενα,
πια λαλούμενα
ούτε από φίλους φτάνουν, ούτε απ’ τον Σφραντζή.
Τούτον το Μάη το μήνα, τούτον τον καιρό,
γκέμι χαράς δε σου ’χω στο γριβόλαιμο,
γιατί πόλεμο
μεγάλο περιμένω, μέγα καρτερώ.
Το κάθε μου μπαϊράκι έχει ένα πουλί,
δικέφαλο αϊτοπούλι και τα κρόσσια του
είναι η γλώσσα του,
μ’ αυτά μιλάει στη Δύση, στην Ανατολή.
Ντάπια σε ντάπια, απόψε, γύρα θ’ ανεβώ,
δε θέλω τα ταμπούρια να ’ναι στέρφ’, αλί,
μα δικέφαλοι
αϊτοί εκεί ν’ ανεμίζουν, στόλισμ’ ακριβό.















