TREILER

Το παρόν Ιστολόγιο έχει σκοπό να περισώσει & να προβάλλει τη ρουμελιώτικη ιστοριολαογραφία -
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΘΥΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

Μεγαλοκαψιώτικες εύθυμες ιστορίες: Η Ανασυγκρότηση

Μετεμφυλιακές Μεγαλοκαψιώτικες εύθυμες στιγμές   

Η «Ανασυγκρότηση»

[Από την κατασκευή του δρόμου στο νεκροταφείο]

[Του Νίκου Παπαδιονυσίου]

Σπάσιμο πέτρας με τα σφυριά για το στρώσιμο του δρόμου Μακρακώμης Αγίου Γεωργίου από αγιωργίτικο συνεργείο το 1956

Πριν γίνει ο δρόμος για Κάψη, οι ταξιδιώτες για το χωριό κατέβαιναν σε μικρό χάνι πάνω δημοσιά του δρόμου Λαμία- Καρπενήσι, αυτό του Ποντικού. Από κει με τα πόδια ή ζώο για το χωριό. Από το 1950-51 άρχισε η διάνοιξη του δρόμου για το χωριό και τα γειτονικά.

Καθώς μια μικρή μπουλντόζα D-6 με χειριστή κάποιον Μόδη από τα Μανιάτικα του Πειραιά, έκοβε το υψηλό πρανές δίπλα στο νεκροταφείο κάνοντας ράμπα, το αποτέλεσμα της εργασίας φαίνεται και σήμερα στους διερχόμενους παρόλο έντονα πλέον φυτρωμένο από θάμνους, το χωριό ανακάλυψε ότι το πλάτος του νεκροταφείου του ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι γνώριζαν. Πολλοί άγνωστοι, ανώνυμοι, παμπάλαιοι τάφοι, φυτρωμένοι, χωρίς σταυρό ή άλλο χαρακτηριστικό, γι’ αυτό δεν υπήρξαν διαμαρτυρίες, καταστρέφονταν από το μαχαίρι της μπουλντόζας, αδειάζοντας το κατάλευκο περιεχόμενό τους στο φρεσκοσκαμμένο και επί αιώνες, καλά λιπασμένο μαυρόχωμα. Οστά γίνονταν ένα και τρίβονταν με το πάτημα από τις ερπύστριες.

Με τους νεαρούς τότε, τον θείο μου Βαγγέλη Υφαντή και τον Νικηφόρο τον Πανέτσο, παραθερίζοντας στα 10 μου, τύχαμε να παραβρίσκομαι, καθώς αυτές οι δραστηριότητες ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς για τους αργόσχολους..

Ένα- δυο κρανία κυλώντας στο πρανές της ράμπας, έφθασαν στα πόδια του φιλοθεάμονος κοινού, από το οποίο κάποιος νεαρός συγχωριανός κλωτσώντας τα σαν μπάλες ποδοσφαίρου, τα επανάφερε στο ποδαρικό της. Εκεί σκεπάστηκαν από τα επόμενα μπάζα που κατηφόρισαν.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Ξυνογαλάδες

ΞΥΝΟΓΑΛΑΔΕΣ
(του Σεραφείμ Τσιτσά)
Ξυνογαλάδες ονομάζονταν οι κάτοικοι του Λιδωρικιού κι όλης της ενδοχώρας της Δωρίδας, γιατί το κυριότερο επάγγελμά τους ήτανε, μέχρι προ τινος, αυτό του κτηνοτρόφου. Η ορεινή και δύσβατη χώρα τους, από τα χειμαδιά της ποταμιάς του Μόρνου έως την Αρτοτίνα και τις γυμνές κορφές των Βαρδουσίων είναι ένας απέραντος βοσκότοπος. Έτσι η ζωή τους περ­νούσε ανάμεσα σε στάνες και γιδοπρόβατα, ανάμεσα σε τσελιγκάτα, σε μπι­στικούς και τσοπάνους, ανάμεσα σε γάλατα, βούτυρα και τυριά. Στα χρό­νια μας, όλα αυτά αρχίζουν να περνούν στο πεδίο της Λαογραφίας.

Ένα από τα κτηνοτροφικά τους προ­ϊόντα ήταν το ξυνόγαλο. Αυτό δηλαδή που μένει από την αποβουτύρωση του γίδινου γάλακτος. Πριν επινοηθούν οι «φυγοκεντρικές» μηχανές, που ξελιγώνουν το γάλα και βγάζουν ύστερα το τυρί νηστήσιμο, σαρακοστιανό, η αποβουτύρωση στα χωριά μας γί­νονταν με το χτύπημα σε ξύλινες κοπανοκάδες, τη βούρτσα ή μποτινέλο ή καράμπα, όπως λένε στα διάφορα μέρη αυτά τα εγχώρια βιοτεχνικά σύνεργα.

Το κοπανισμένο γιδόγαλο, απ’ το οποίο έχουν βγάλει το βούτυρο, είναι το ξυνόγαλο. Ξυνούτσικο και δροσερό, όταν μάλιστα είναι φρέσκο, με τα σπιθουράκια του, είναι ορεκτικότατο το καλοκαίρι.

Πολλοί Λιδωρικιώτες  ξυνογαλάδες εγκατέλειψαν τα παλιά χρόνια τα βουνά της Δωρίδας κι εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα, όπου βρήκαν την τύχη τους με τα γάλατα, τα βούτυρα και τα τυριά. Ένας απ’ αυτούς — όπως μολογάει μια εύθυμη παλιά ιστορία — είχε ανοίξει γαλατάδικο στην πρω­τεύουσα. Στο χωριό του, όταν ήτανε τσοπάνος, παράδινε το γάλα του κο­παδιού του ανόθευτο, όπως το άρμεγε.

Κανένας δεν τολμούσε τα χρόνια  εκείνα να το νοθέψει, γιατί γίνονταν γρου­σουζιά στη στάνη κι έπεφτε αρρώστια απάνω της.

Στην Αθήνα όμως, τη γη της απώ­λειας, τους έπαιρνε  τους άδολους ξυνογαλάδες η δια­φώτιση ιδιαίτερα και τους έβγαζε τσι­ράκια. Νόθευαν πια το νερό με γάλα, όχι το γάλα με νερό.