ΟΙ ΚΑΦΕΔΕΣ
του Σεραφείμ Τσιτσά
Μόλις είχε περάσει η φοβερή λαίλαπα του συμμοριτισμού. Τα χωριά της ορεινής Φθιώτιδας άρχι-σαν ένα - ένα να εγκαταλείπουν τα «κέντρα ασφαλείας», τη Λαμία, τη Μακρακώμη, τη Σπερχειάδα, τη Στυλίδα και την Υπάτη και να ανηφορίζουν τα βουνά όπου τους περίμεναν καινούργιοι μόχθοι, ιδρώτες και σκληρή δουλειά, για ν' αναστήσουν τα ερείπια και τα χαλάσματα των σπιτιών τους, να φκιάσουν τις αχυρώνες και τις καλύβες, να φράξουν τ' αμπέλια, τους κήπους και τα περιβόλια. Όλος ο ορεινός τόπος παράλλαξε. Τα ρουμάνια έκλεισαν. Τα καρποκλαριά στα χωράφια και τα περιβόλια ξεράθηκαν. Χρόνια ολόκληρα δεν θα ξαναπότησε το νεραύλακο. Αδέσποτα τα νερά από τις βρύσες και τις πηγές έτρεχαν τον κατήφορο και χάνονταν στις χαράδρες και τα φαράγγια. Οι βροχές και τα δρολάπια σχημάτιζαν καταρράχτες το χειμώνα, που άνοιγαν βαθειά χαντάκια μέσα στα χτήματα, παράσερναν χώματα, χαλούσαν αμπέλια, τριφύλλια, ρήμαζαν το χρήσιμο τόπο.






