Αγιωργίτες ξυλογλύπτες – Οι γκλιτσάδες του χωριού
[Του Τάκη Ευθυμίου]
|
Σ |
το χωριό μου τον Άη Γιώργη Φθιώτιδας, έζησαν άνθρωποι με μεράκι και χέρι ευλογημένο. Ήταν οι Αγιωργίτες ξυλογλύπτες, οι γκλιτσάδες, που έδιναν ψυχή στο ξύλο και χάραζαν πάνω του τον καημό, τη χαρά και την πίστη τους.
Ο Γιάννης Αλεξίου, ο Βαγγελός Ευθυμίου, ο Γιώργος Υφαντής, ο Γιώργος Κολοκύθας και ο Δημήτρης Υφαντής όλοι τους αείμνηστοι, σμίλεψαν με υπομονή και αγάπη έργα μοναδικά. Από τα χέρια τους γεννήθηκαν γκλίτσες, ρόκες, αδράχτια, σφοντύλια και βλοερά — μικρά θαύματα που μοσχοβολούν χωμάτινη αρχοντιά και λαϊκή ψυχή.
Οι σημερινοί συνεχιστές τους, ερασιτέχνες ίσως μα όχι λιγότερο εμπνευσμένοι — ο Γιάννης Β. Γόνης, ο Βασίλης Ι. Ευθυμίου κι άλλοι — κρατούν ακόμα τη σπίθα της τέχνης ζωντανή. Και όλοι τους, όπως κι οι παλιοί, ονομάζονται «γκλιτσάδες», γιατί η γκλίτσα ήταν το κύριο έργο και το καμάρι τους.
Για να τη φτιάξει, ο γκλιτσάς διάλεγε με μάτι έμπειρο δύο ειδών ξύλο: το κρανίσιο για το μπαστούνι και τη ρίζα του πουρναριού για την κεφαλή. Σ’ εκείνη τη ρίζα, με το μαχαιράκι ή το κοπίδι του, σκάλιζε ανάγλυφα σχήματα που έμοιαζαν να ανασαίνουν — φίδια, ελιγμούς, σταυρούς και σύμβολα που κουβαλούσαν μέσα τους ευχές για καλοτυχία και προστασία.
Το ξύλο κοβόταν πάντα το χειμώνα, προτού ανέβουν οι χυμοί απ’ τη ρίζα, κι ύστερα το άφηναν να ξεραθεί, να χάσει τη ζωή του για να ξαναζήσει αλλιώς — μέσα στα χέρια του δημιουργού. Το ίσιωμα γινόταν με φωτιά και υπομονή, κι έτσι έπαιρνε μορφή η γκλίτσα: η τσοπάνικη, τρανή και δυνατή και η γεροντική, πιο σεμνή, για συντροφιά και αποκούμπι.
Μα πάνω απ’ όλα, η γκλίτσα ήταν καθρέφτης της ψυχής του δημιουργού της. Καημοί, λαχτάρες και όνειρα του τσοπάνη, που γύριζε τα βουνά με το κοπάδι του, ζωντάνευαν πάνω στο ξύλο. Καθεμιά ήταν μοναδική, με τη δική της «αρεσιά», όπως έλεγαν οι παλιοί. Και σαν άκουγε ο γκλιτσάς να παινεύουν τη δουλειά του, καμάρωνε σιωπηλά, με την καρδιά να γελά κάτω απ’ το μουστάκι του.
Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε ο δασοφύλακας Πάνος Β. Γόνης, ένας αληθινός μάστορας του ξύλου. Δεν περιορίστηκε στις γκλίτσες — λάξευε προσω-πογραφίες ιστορικές και αγιογραφικές, αλλά και επιπεδόγλυφες παραστάσεις σε σφενταμίσιο ξύλο που έλαμπαν από τέχνη και ψυχή.
Όσα έργα τους σώθηκαν μέχρι σήμερα μαρτυρούν την ψυχή εκείνης της τέχνης. Είναι μάρτυρες ενός καιρού που ο άνθρωπος μιλούσε με το ξύλο, κι αυτό του αποκρινόταν. Μιας εποχής που το μεράκι ήταν η υπογραφή, κι η τέχνη — προσευχή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου